Σε μια ενέργεια που αιφνιδίασε τους ευρωπαϊκούς κύκλους, ο στρατάρχης Χαλίφα Χάφταρ, de facto ηγέτης της ανατολικής Λιβύης, αποφάσισε να εκδιώξει ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία υπουργών μετανάστευσης που είχε επισκεφθεί τη Βεγγάζη, με στόχο την εξεύρεση κοινής λύσης για τη μεταναστευτική πίεση που ασκείται το τελευταίο διάστημα στην Ευρώπη – και ιδιαίτερα στην Κρήτη, η οποία βιώνει καθημερινά αυξημένες αφίξεις προσφύγων και μεταναστών από τη Λιβυκή ακτή.
Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση του Χάφταρ, ο οποίος διατηρεί υπό τον έλεγχό του μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης, συνοδεύτηκε από δηλώσεις ιδιαίτερα επιθετικές προς την Ευρώπη. Ο στρατάρχης κατηγόρησε τους Ευρωπαίους για υποκρισία, επισημαίνοντας ότι ενώ πιέζουν για περιορισμό των ροών, δεν στηρίζουν επαρκώς τις τοπικές αρχές με οικονομική και τεχνική βοήθεια, ενώ παρεμβαίνουν στην εσωτερική πολιτική ισορροπία της Λιβύης μέσω συνεργασιών με την αντίπαλη κυβέρνηση της Τρίπολης.
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες για την Ελλάδα, καθώς η Κρήτη έχει καταστεί κύρια πύλη εισόδου μεταναστών από τις λιβυκές ακτές τους τελευταίους μήνες, γεγονός που προκαλεί έντονη πίεση τόσο στις τοπικές κοινωνίες όσο και στις υποδομές υποδοχής. Ο αποκλεισμός κάθε διαύλου διαλόγου με την ηγεσία της ανατολικής Λιβύης δυσχεραίνει τη δυνατότητα συντονισμένων επιχειρήσεων για τον περιορισμό των ροών και την πάταξη των κυκλωμάτων διακινητών.
Πέρα όμως από το μεταναστευτικό, η ενέργεια αυτή δυναμιτίζει τις ήδη εύθραυστες σχέσεις Ελλάδας – Λιβύης, σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η ΑΟΖ και τα ενεργειακά ζητήματα παραμένουν στο επίκεντρο των συζητήσεων, με την Αθήνα να διατηρεί διαύλους τόσο με την ανατολική όσο και με τη δυτική Λιβύη, προσπαθώντας να προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα απέναντι στις τουρκολιβυκές συμφωνίες.
Η απόφαση Χάφταρ εγείρει πλέον ερωτήματα για την προθυμία του να συνεργαστεί με την Ελλάδα στο ζήτημα της ΑΟΖ, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε τηρήσει πιο ευνοϊκή στάση έναντι της ελληνικής πλευράς σε σχέση με την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ενέργεια του Χάφταρ εντάσσεται σε μια στρατηγική πίεσης προς την Ευρώπη και ιδίως την Ιταλία και την Ελλάδα, για να του παραχωρηθεί μεγαλύτερη διεθνής νομιμοποίηση ή χρηματοδότηση σε αντάλλαγμα της συνεργασίας του στο μεταναστευτικό. Κάποιοι μιλούν ακόμα και για εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού, με στόχο γεωπολιτικά ανταλλάγματα.
Συμπερασματικά, η σημερινή απόφαση του Χάφταρ ενισχύει την αστάθεια στη Μεσόγειο και δυσχεραίνει κάθε ευρωπαϊκή προσπάθεια διαχείρισης της μεταναστευτικής κρίσης με τη Λιβύη ως εταίρο. Για την Ελλάδα, τα διπλωματικά ερείσματα περιορίζονται, ενώ η ασφάλεια των θαλασσίων συνόρων και η εσωτερική κοινωνική πίεση, ιδίως στην Κρήτη, κινδυνεύουν να ενταθούν.
Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες κινήσεις της Αθήνας θα είναι κρίσιμες, τόσο για την επανέναρξη διαύλων επικοινωνίας όσο και για την κατοχύρωση της θέσης της στην ασταθή γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής.
