Οι πρόσφατες εθνικές και βουλευτικές εκλογές στη Σερβία είχαν ως αποτέλεσμα τη νίκη του νυν προέδρου Βούτσιτς με το προοδευτικό κόμμα της Σερβίας, με ποσοστό κοντά στο 50% ενώ η ενωμένη αντιπολίτευση ως το λεγόμενο φιλοευρωπαϊκό κόμμα περιορίστηκε στο 23% χωρίς φυσικά να έχει την δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση.
Παρ’ όλα αυτά, η αυτοδυναμία και η επανεκλογή του νυν προέδρου μόνο βελούδινη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς ένα μέρος του εκλογικού σώματος διαμαρτύρεται για παρατυπίες και νοθεία όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα.
Μάλιστα, μετά τις έντονες διαμαρτυρίες, η δικαιοσύνη διέταξε την επανάληψη των εκλογών σε 35 εκλογικά τμήματα, γεγονός όμως που δεν πρόκειται να αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα, οπότε η παραμονή στην εξουσία του κυβερνώντος κόμματος είναι δεδομένη.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το παιχνίδι που παίζεται στη Σερβία δεν αφορά μόνο το μέλλον του Σέρβικου λαού, αλλά πρόκειται για ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ των ΗΠΑ της ΕΕ και της Ρωσίας όσον αφορά την επιρροή και τον έλεγχο της χώρας.
Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση Βούτσιτς έχει κρατήσει μια αμφίσημη στάση όσον αφορά την πορεία προσέγγισης προς την ΕΕ, καθώς συνεχίζει να διατηρεί προνομιακές σχέσεις με τη Ρωσία, τόσο όσον αφορά την προμήθεια φυσικού αερίου καθώς και στα εξοπλιστικά και αμυντικά προγράμματα της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση οι διαδηλώσεις στη χώρα δεν έχουν κοπάσει και κινητοποιούνται κυρίως από τη νεολαία, ενώ και η ίδια η Ρωσία έχει πάρει θέση εκφράζοντας αφενός την ικανοποίηση της για το τελικό αποτέλεσμα και αφετέρου κατηγορώντας τις ΗΠΑ και την ΕΕ για προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος στην Σερβία όπως είχαν κάνει και στην περίπτωση της Ουκρανίας, κατά τη γνώμη του προέδρου Πούτιν.
Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική κατάσταση στη Σερβία θα έχει συνέχεια, καθώς οι συνολικές γεωπολιτικές εξελίξεις θα επηρεάσουν και τη σχέση της χώρας των Βαλκανίων με τους γείτονές της, αλλά και με τις μεγάλες δυνάμεις που θέλουν να έχουν ρόλο στην περιοχή.
