Η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία με τη Βενεζουέλα αφορά 17 πετρελαϊκά πεδία, την ασφάλεια εφοδιασμού των ΗΠΑ και τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής.
Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται κοντά σε συμφωνία που θα εξασφαλίζει μακροχρόνια πρόσβαση των Ηνωμένων Πολιτειών σε μέρος των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας. Η εξέλιξη, την οποία αποκάλυψε το Reuters στις 27 Αυγούστου επικαλούμενο πηγές με γνώση των συνομιλιών, δεν αφορά μια απλή εμπορική αγορά φορτίων. Αφορά τον έλεγχο της παραγωγής, της τεχνογνωσίας και της κατεύθυνσης των εξαγωγών μιας χώρας με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού στον κόσμο.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία είναι συγκεκριμένα, αλλά η συμφωνία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Οι διαπραγματεύσεις καλύπτουν 17 πετρελαϊκά πεδία στη ζώνη του Ορινόκο και στη λίμνη Μαρακαΐμπο. Τα υπό εξέταση μοντέλα περιλαμβάνουν μισθώσεις ή διαγωνισμούς για την ανάπτυξή τους από εταιρείες, κυρίως αμερικανικές, με αντάλλαγμα εγγυημένη τροφοδοσία της αγοράς των ΗΠΑ. Προβλέπεται επίσης επίσκεψη του υπουργού Ενέργειας Κρις Ράιτ στο Καράκας, ένδειξη ότι οι συνομιλίες έχουν περάσει από το πολιτικό μήνυμα στην τεχνική διαπραγμάτευση.
Η αμερικανική επιδίωξη έχει σαφή οικονομική λογική. Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, όμως η παραγωγή της παραμένει μικρή σε σχέση με αυτόν τον πλούτο. Το βαρύ αργό της ταιριάζει στα σύνθετα διυλιστήρια του αμερικανικού Κόλπου και η γεωγραφική εγγύτητα μειώνει τα μεταφορικά κόστη. Παράλληλα, το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ έχει υποχωρήσει περίπου στα 290 εκατ. βαρέλια, στο 41% της δυναμικότητάς του, ενώ οι υψηλές τιμές καυσίμων παραμένουν πολιτικά ευαίσθητες.
Ωστόσο, τα κοιτάσματα δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με διαθέσιμο πετρέλαιο. Τα λιμάνια της Βενεζουέλας δυσκολεύονται ήδη να διαχειριστούν τις αυξημένες πωλήσεις και δεξαμενόπλοια περιμένουν έως και 30 ημέρες για φόρτωση. Ηλεκτρικές διακοπές, φθαρμένοι αγωγοί, προβλήματα ποιότητας και ελλιπή γεωλογικά δεδομένα αυξάνουν το κόστος. Η πρόσφατη συμφωνία της PDVSA με την αμερικανική SLB για ψηφιοποίηση των πετρελαϊκών αρχείων δείχνει πόσο βασική υποδομή πρέπει πρώτα να ανακατασκευαστεί.
Υπάρχει επίσης δύσκολο νομικό και πολιτικό πεδίο. Το σύνταγμα και η πετρελαϊκή νομοθεσία της Βενεζουέλας κατοχυρώνουν κεντρικό ρόλο για το κράτος, ενώ οι αμερικανικές κυρώσεις εξακολουθούν να περιορίζουν επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις χωρίς ειδικές άδειες. Μια συμφωνία που θα εκληφθεί ως παραχώρηση εθνικού πλούτου μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές αντιδράσεις και να αποθαρρύνει επενδυτές που ζητούν σταθερούς κανόνες για δεκαετίες.
Η γεωπολιτική διάσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η Κίνα υπήρξε ο βασικός αγοραστής βενεζουελάνικου αργού και λάμβανε φορτία για την εξυπηρέτηση χρεών του Καράκας. Η μεταφορά πεδίων και ροών προς αμερικανικές εταιρείες περιορίζει την κινεζική επιρροή στην Καραϊβική και δημιουργεί νέα τριβή για παλαιές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, συζητήσεις ακόμη και για αποχώρηση της Βενεζουέλας από τον OPEC θα μετέτρεπαν μια ενεργειακή συμφωνία σε αναδιάταξη συμμαχιών.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν αναζητά μόνο φθηνότερα βαρέλια. Επιχειρεί να μετατρέψει τη μεγαλύτερη ανενεργή πετρελαϊκή δεξαμενή του πλανήτη σε μακροχρόνιο στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στην ενεργειακή αστάθεια και στην Κίνα.
Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία, όμως, δεν θα κριθεί από τις υπογραφές, αλλά από το αν μπορούν να αποκατασταθούν υποδομές, θεσμοί και εμπιστοσύνη χωρίς η Βενεζουέλα να ανταλλάξει μια εξάρτηση με μια άλλη.
