Ένα από τα βασικότερα προβλήματα αυτή τη στιγμή της ελληνικής οικονομίας δεν είναι όπως θα περίμενε κανείς η ανάπτυξη ως ποσοστό του ΑΕΠ ή το δημόσιο χρέος, αλλά η αποταμίευση των νοικοκυριών, η οποία βαίνει διαρκώς μειούμενη τα τελευταία χρόνια.

Μπορεί να είδαμε μια απότομη αύξηση του ποσοστού αποταμίευσης στα χρόνια της πανδημίας κυρίως το 2020 με τις διαταραχές στην προσφορά καθώς και στην εφοδιαστική αλυσίδα, όμως όσο απομακρυνόμαστε από αυτή και επανέρχεται η κανονικότητα, το ποσοστό αποταμίευσης μειώνεται αισθητά στις ελληνικές τράπεζες υπό τη μορφή καταθέσεων.

Οι βασικοί λόγοι για αυτή την πτώση, είναι αφενός η ακρίβεια και η δαπάνη για βασικά καταναλωτικά αγαθά, όσο και οι δαπάνες στέγασης λόγω των υψηλών ενοικίων, αλλά και του υψηλού κόστους του χρήματος μέσω των επιτοκίων, που έχουν κάνει τα στεγαστικά δάνεια αλλά και το κόστος εξυπηρέτησής τους, πολύ πιο δύσκολο από ό,τι στο παρελθόν.

Είναι αξιοσημείωτο πως, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, το 40% της συνολικής αποταμίευσης της χώρας προέρχεται μόνο από το 1% των υψηλότερων εισοδημάτων στη χώρα, γεγονός που προμηνύει τη γενικότερη διαρροή των αποταμιεύσεων από τα μέσα νοικοκυριά.

Αν συνεχιστεί αυτή η εξέλιξη και δεν υπάρχει αναπλήρωση των ποσοστών αποταμίευσης, είναι βέβαιο πως θα επηρεαστεί σε επόμενη φάση τόσο η κατά κεφαλή κατανάλωση όσο και η ιδιωτική επένδυση στη χώρα, ενώ ενδέχεται να αυξηθούν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με αντίστοιχη αύξηση του ιδιωτικού χρέους, το οποίο μακροπρόθεσμα θα έχει επίπτωση και στο δημόσιο χρέος.

Παρότι οι περισσότερες κυβερνήσεις δίνουν παραδοσιακά έμφαση στην κατανάλωση, θα πρέπει να ενισχυθούν τα προγράμματα αποταμίευσης στη χώρα μέσα από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με συνεργασία του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο να στηριχθούν μεσοπρόθεσμα, τόσο οι ανάγκες των πολιτών, όσο και η χρηματοδότηση της απασχόλησης και των επενδύσεων.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top