Το σημερινό πόρισμα του καθηγητή Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Καρώνη, ρίχνει νέο φως στην τραγωδία των Τεμπών, επανακαθορίζοντας την αφήγηση γύρω από την έκρηξη που ακολούθησε τη σφοδρή σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Σύμφωνα με τα επιστημονικά ευρήματα που παραδόθηκαν επισήμως στην Επιτροπή Διερεύνησης, η έκρηξη που συγκλόνισε τη χώρα δεν προκλήθηκε από κάποιο παράνομο φορτίο – όπως ισχυριζόταν για μήνες η αντιπολίτευση αλλά και μερίδα συγγενών των θυμάτων – αλλά από τη χημική συμπεριφορά ελαίων σιλικόνης, τα οποία μεταφέρονταν νόμιμα και έγιναν εύφλεκτα υπό τις ακραίες θερμοκρασίες της πρόσκρουσης.
Η σημασία αυτής της επιστημονικής αποσαφήνισης είναι πολλαπλή. Πρώτον, αποδομεί το επιχείρημα περί εγκληματικής συγκάλυψης από την πλευρά της κυβέρνησης αναφορικά με το περιεχόμενο των εμπορικών βαγονιών. Δεύτερον, μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τις υποθέσεις παρανομίας στην ανάγκη για αναθεώρηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας στη μεταφορά βιομηχανικών υλικών. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση και εμφανώς ανακουφισμένη, καθώς κυβερνητικοί αξιωματούχοι επεσήμαναν πως το πόρισμα επιβεβαιώνει την υπεύθυνη στάση των Αρχών και την ειλικρίνεια των επίσημων δηλώσεων.
Αντίθετα, η αντιπολίτευση εμφανίστηκε αιφνιδιασμένη και πιο φειδωλή στις δηλώσεις της. Ορισμένα κόμματα ζήτησαν περαιτέρω τεχνική διερεύνηση, ενώ άλλοι πολιτικοί χώροι κράτησαν αποστάσεις, εστιάζοντας περισσότερο στη διαχρονική ανεπάρκεια του σιδηροδρομικού συστήματος και λιγότερο στη συγκεκριμένη αιτία της έκρηξης. Συγγενείς των θυμάτων, που είχαν επενδύσει ηθικά στην εκδοχή του παράνομου φορτίου, εξέφρασαν ανάμεικτα συναισθήματα, με ορισμένους να ζητούν ανεξάρτητο έλεγχο του πορίσματος.
Σε κάθε περίπτωση, σε πολιτικό επίπεδο, το νέο πόρισμα προσφέρει μια δυνητική ανάσα στην κυβέρνηση, η οποία είχε δεχτεί έντονη πίεση επί μήνες για συγκάλυψη, αναλγησία και επικοινωνιακή διαχείριση της τραγωδίας.
Παρότι η συνολική εικόνα διαχείρισης του δυστυχήματος δύσκολα μπορεί να αντιστραφεί πλήρως στη συλλογική μνήμη, το πόρισμα του καθηγητή Καρώνη αποτελεί έναν κρίσιμο σταθμό που επιτρέπει στην κυβέρνηση να ανακτήσει μερικώς το ηθικό πλεονέκτημα.
Αυτό σημαίνει πως σε συνδυασμό με πρωτοβουλίες για ενίσχυση της σιδηροδρομικής ασφάλειας, η κυβέρνηση φιλοδοξεί να επαναφέρει την ατζέντα της στη θετική προοπτική και να περιορίσει το πολιτικό κόστος από την τραγωδία, προωθώντας ταυτόχρονα συμφωνίες όπως η πρόσφατη με την Ιταλία για σημαντικές επενδύσεις στους ελληνικούς σιδηρόδρομους, ώστε τα τρένα να είναι ξανά ένα σύγχρονο και ασφαλές μέσο χωρίς ατυχήματα και τραγωδίες.
