Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που παρουσίασε πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η υπερωρία και η ευέλικτη εργασία. Μία από τις πιο συζητημένες διατάξεις αφορά την επέκταση της δυνατότητας ημερήσιας εργασίας μέχρι τη συμπλήρωση του 13ώρου σε έναν εργοδότη, και όχι μόνο σε πολλούς. Έως τώρα, ένας εργαζόμενος μπορούσε, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συμπληρώσει 13 ώρες ημερήσιας απασχόλησης μόνο εάν εργαζόταν σε τουλάχιστον δύο εργοδότες. Πλέον, με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου, δίνεται η ευκαιρία να το πράξει και με μόνο έναν εργοδότη, υπό συγκεκριμένους όρους.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τους υπέρμαχους της ρύθμισης, αποτελεί μια μορφή ευελιξίας που εξυπηρετεί τις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Αν ένας εργαζόμενος επιλέξει να καλύψει 13 ώρες απασχόλησης σε ένα εργοδότη, τότε τίθεται ο όρος ότι πρέπει να τηρούνται τα 11ωρα ανάπαυσης, το εβδομαδιαίο όριο των 48 ωρών (σε αναφορά τεσσάρων μηνών) και να καταβάλλονται οι νόμιμες προσαυξήσεις (20 % για υπερεργασία και 40 % για τις ώρες υπερωρίας 10η–13η).
Παράλληλα, καθορίζεται ότι αυτή η δυνατότητα περιορίζεται σε έως 37 ημέρες ανά έτος, βάσει των ανώτατων υπερωριών (150 ώρες).
Ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ, όπως αναφέρει το υπουργείο Εργασίας, είναι ότι υπάρχει οικονομικό όφελος: αν συνενωθούν οι ώρες σε έναν εργοδότη, η υπερωριακή αποζημίωση θα είναι υψηλότερη από το να απασχολείται κανείς σε δύο εργοδότες. Ένα απλό παράδειγμα αναφέρει: με ωρομίσθιο 8 €, για 13 ώρες σε δύο εργοδότες κάποιος θα λάβει 104 €, ενώ σε έναν εργοδότη το ποσό ανεβαίνει στα 119 €.
Ωστόσο, αρκετοί κριτικοί του νομοσχεδίου επισημαίνουν πως αυτή η διεύρυνση της ευελιξίας ενδέχεται να ανοίξει παράθυρο για εκμετάλλευση των εργαζομένων. Παρά το γεγονός ότι το 8ωρο παραμένει ως νόμιμη βάση εργασίας, ουσιαστικά θεσπίζεται μια κανονικοποίηση του 13ώρου, χωρίς να αποκλείεται η επαναλαμβανόμενη χρήση, ειδικά αν ο εργαζόμενος νιώθει πίεση ή αδυναμία να αρνηθεί, ιδίως σε κλάδους με έντονο ανταγωνισμό και εποχιακή ζήτηση.
Ειδικά οι αντιδράσεις εστιάζουν στον κίνδυνο ότι η εργασία μπορεί να παρατείνεται υπέρμετρα, με τους εργαζομένους να αναγκάζονται να επιλέξουν μεταξύ της απασχόλησης και της ανάπαυσης, ή να ανταλλάξουν υπερωρίες με ρεπό που συχνά δεν ανταμείβεται με πραγματική ανάπαυση.
Παράλληλα, υφίστανται διατάξεις για απλοποίηση διαδικασιών (π.χ. fasttrack προσλήψεις, αποχωρήσεις και ψηφιακή κάρτα εργασίας), επέκταση της τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ευελιξία στη λήψη άδειας, δυνατότητα υπερωρίας στην εκ περιτροπής εργασία και διασφάλιση των αποδοχών μετά την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας
Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές πως η κυβέρνηση επιδιώκει ένα πιο ευέλικτο και σύγχρονο σύστημα απασχόλησης, με στόχο την τόνωση της αγοράς εργασίας και την προσαρμογή σε ανάγκες όπως η ψηφιοποίηση και οι εποχικές αιχμές. Όμως, η ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και προστασίας των εργαζομένων καλείται να διατηρηθεί με αυστηρή εφαρμογή των κανόνων, με οφέλη από την υπερωριακή αποζημίωση, υποχρεωτική καταγραφή μέσω ψηφιακής κάρτας, σεβασμός χρόνων ανάπαυσης και όρια στην επαναλαμβανόμενη χρήση της 13ωρης απασχόλησης.
Η πραγματική πρόκληση θα είναι να διασφαλιστεί ότι η ευελιξία δεν θα μετατραπεί σε μηχανισμό πίεσης ούτε θα επιτρέψει υπερβολικές υπερωρίες χωρίς ουσιαστική προστασία των εργαζομένων.
