Το παράδοξο της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα αποκαλύπτεται με τρόπο σχεδόν οξύμωρο μέσα από την πρόσφατη μελέτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενώ οι τιμές των ενοικίων συνεχίζουν την αμείωτη ανοδική τους πορεία και τα νοικοκυριά δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να βρουν αξιοπρεπή και προσιτή στέγη, η χώρα φαίνεται να διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα αχρησιμοποίητων κατοικιών. Περισσότερα από 2,2 εκατομμύρια σπίτια, δηλαδή το ένα στα τρία, παραμένουν κενά, γεγονός που διαμορφώνει ένα οξύ και ακατανόητο κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο.

Η αλήθεια είναι πως η έλλειψη αξιοποίησης αυτών των ακινήτων δεν οφείλεται τόσο σε φυσική ανεπάρκεια, όσο σε έναν συνδυασμό διαρθρωτικών αδυναμιών και στρεβλώσεων της ελληνικής πραγματικότητας. Ένα βασικό πρόβλημα αφορά την πολυϊδιοκτησία και τις άλυτες κληρονομικές διαφορές, που καθιστούν χιλιάδες ακίνητα μη διαθέσιμα προς εκμετάλλευση. Επιπλέον, η απουσία ουσιαστικών κινήτρων ή φορολογικών ελαφρύνσεων για την ενεργοποίηση αδρανών ιδιοκτησιών σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία που απαιτεί η ανακαίνιση και η νομιμοποίηση καθιστούν την αξιοποίηση αυτών των σπιτιών ασύμφορη ή χρονοβόρα.

Σημαντικός παράγοντας είναι επίσης η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, κυρίως στις τουριστικές περιοχές και τα αστικά κέντρα. Πολλά διαμερίσματα που θα μπορούσαν να διατεθούν σε ενοικιαστές χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τουριστικούς σκοπούς, επιτείνοντας την έλλειψη προσιτής κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους. Παράλληλα, η οικονομική ανασφάλεια ωθεί πολλούς ιδιοκτήτες να κρατούν τα ακίνητα κλειστά από φόβο για κακοπληρωτές ή φθορές, ιδιαίτερα ενόψει της αργής απονομής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις έξωσης ή διαφωνιών.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί μία πολυεπίπεδη στρατηγική. Χρειάζεται, πρώτον, ένα πλαίσιο κινήτρων που να ευνοεί τη διάθεση των κενών κατοικιών στην αγορά, όπως φορολογικές εκπτώσεις, επιδοτήσεις ανακαίνισης ή fast-track διαδικασίες για την αποκατάσταση και μίσθωσή τους. Δεύτερον, η δημιουργία ενός θεσμικού μηχανισμού κοινωνικής στέγης, με συμμετοχή του κράτους, της τοπικής αυτοδιοίκησης και του ιδιωτικού τομέα, ώστε να αξιοποιούνται κενές κατοικίες για ευάλωτες ομάδες. Τρίτον, απαιτείται αναμόρφωση του πλαισίου για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, με περιορισμούς σε περιοχές υψηλής ζήτησης και υποχρεώσεις αναλογίας με τις μακροχρόνιες μισθώσεις.

Καταλήγοντας, μπορούμε να πούμε ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά κυρίως της κακής διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων. Η πολιτεία καλείται να μετατρέψει το τεράστιο απόθεμα ανενεργών κατοικιών από παθητικό στοιχείο σε μοχλό κοινωνικής συνοχής, οικονομικής ανάπτυξης και αστικής αναζωογόνησης, καθώς αν δεν το κάνει, το παράδοξο θα μετατραπεί σε μόνιμη ανισορροπία.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top