Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο μιας αντιφατικής συζήτησης. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εμφανίζεται με έναν από τους υψηλότερους συντελεστές αναπλήρωσης στην Ευρώπη, αγγίζοντας περίπου το 77%, αλλά και με μία από τις υψηλότερες συνταξιοδοτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, φτάνοντας το 13,9% έναντι 12,7% του μέσου όρου της ΕΕ-27. Από την άλλη, η μέση ελληνική σύνταξη παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υπερβαίνοντας μόνο τις βαλκανικές και ανατολικές χώρες. Το παράδοξο αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δομικών στρεβλώσεων δεκαετιών που συνεχίζουν να επηρεάζουν τόσο τη βιωσιμότητα του συστήματος όσο και το βιοτικό επίπεδο των ηλικιωμένων.

Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη και καθοριστική εξήγηση αφορά την ίδια τη δομή του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ο υψηλός συντελεστής αναπλήρωσης δεν αντανακλά απαραίτητα υψηλές πραγματικές συντάξεις, αλλά υπολογίζεται επί χαμηλών μέσων αποδοχών. Η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από διαχρονικά χαμηλούς μισθούς, μεγάλη αδήλωτη εργασία και εισφοροδιαφυγή, καθώς και συχνές περιόδους ανεργίας.

Όταν οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται σε χαμηλές αποδοχές και με συχνά κενά ασφάλισης, τότε και το τελικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ακόμη και με υψηλή αναπλήρωση, παραμένει περιορισμένο. Έτσι, το 77% ενός χαμηλού μισθού δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα στη σύνταξη.

Παράλληλα, η υψηλή συνολική δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν οφείλεται σε ιδιαίτερα υψηλές συντάξεις, αλλά στο μικρό μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ σε σχέση με τον αριθμό των συνταξιούχων. Η Ελλάδα είναι μια οικονομία που δεν έχει καταφέρει να ανακτήσει πλήρως τη δυναμική ανάπτυξης μετά την κρίση του 2009, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει από τις υψηλότερες αναλογίες συνταξιούχων προς εργαζομένους στην Ευρώπη.

Με άλλα λόγια, λίγοι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν πολλές συντάξεις, γεγονός που φουσκώνει το ποσοστό δαπάνης χωρίς να συνεπάγεται αντίστοιχη γενναιοδωρία. Η προβλεπόμενη περαιτέρω μείωση της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους από 2,03 το 2025 σε 1,49 το 2070 δημιουργεί ένα μέλλον πιεσμένο τόσο δημοσιονομικά όσο και κοινωνικά.

Επιπλέον, η σχετική φτώχεια των ηλικιωμένων συνδέεται με τον τρόπο που διαμορφώθηκαν οι συντάξεις στο παρελθόν. Για δεκαετίες, το σύστημα στηρίχθηκε σε ευνοϊκές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και σε χαμηλές απαιτήσεις για έτη ασφάλισης, δημιουργώντας γενιές συνταξιούχων που λαμβάνουν παροχές χωρίς αντίστοιχα υψηλές εισφορές. Οι μεταρρυθμίσεις μετά το 2010 προσπάθησαν να διορθώσουν αυτές τις στρεβλώσεις, αλλά η μακροχρόνια συρρίκνωση των εισοδημάτων, η κατάρρευση της μεσαίας τάξης και οι διαδοχικές περικοπές συντάξεων έχουν αφήσει τα άτομα άνω των 65 ετών πιο οικονομικά ευάλωτα από ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που εμφανίζεται «ακριβό» χωρίς να είναι ουσιαστικά αποτελεσματικό.

Για να αντιμετωπιστεί αυτό το παράδοξο, απαιτείται μια συνδυαστική προσέγγιση που δεν περιορίζεται μόνο στο ίδιο το συνταξιοδοτικό σύστημα, αλλά αγγίζει την ευρύτερη οικονομική και κοινωνική πολιτική. Η πρώτη και καθοριστική προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της απασχόλησης και η αύξηση των μισθών. Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που βασίζεται σε εισφορές δεν μπορεί να είναι βιώσιμο όταν οι εισφορές αυτές υπολογίζονται πάνω σε χαμηλές και συχνά ασταθείς αμοιβές.

Παράλληλα, η δημιουργία ισχυρών κινήτρων για πλήρη απασχόληση, η μείωση της αδήλωτης εργασίας και η ενίσχυση της παραγωγικότητας θα διευρύνουν τη βάση χρηματοδότησης.

Δεύτερον, πρέπει να εδραιωθεί πιο ισορροπημένη σύζευξη μεταξύ δημόσιου και επαγγελματικού συστήματος ασφάλισης. Στην Ελλάδα, το 95% των συντάξεων προέρχεται από το δημόσιο σύστημα, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για βιώσιμες επικουρικές ή επαγγελματικές λύσεις.

Η σταδιακή ανάπτυξη θεσμών επαγγελματικής ασφάλισης, με αυστηρό έλεγχο, διαφάνεια και επενδυτικές εγγυήσεις, μπορεί να μοιράσει το βάρος και να επιτρέψει στις μελλοντικές γενιές να στηρίζονται όχι μόνο στον κρατικό προϋπολογισμό.

Τρίτον, χρειάζεται καλύτερη στόχευση των κοινωνικών πόρων, ώστε να ενισχυθούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι και όσοι πραγματικά κινδυνεύουν από φτώχεια. Παρά τις υψηλές συνολικές δαπάνες, η Ελλάδα δεν δαπανά αρκετά με στοχευμένο τρόπο.

Η αναμόρφωση των προνοιακών μηχανισμών και η ενίσχυση της ελάχιστης εγγυημένης σύνταξης θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση στα άτομα τρίτης ηλικίας, χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα τον προϋπολογισμό.

Εν κατακλείδι, το παράδοξο του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος δεν προκύπτει από πραγματική γενναιοδωρία αλλά από έναν συνδυασμό χαμηλών μισθών, υψηλής δημογραφικής επιβάρυνσης και δομικών αδυναμιών που μεγεθύνουν τη δαπάνη χωρίς να εξασφαλίζουν υψηλές συντάξεις.

Η λύση βρίσκεται όχι σε πρόσθετες περικοπές, αλλά σε βαθύτερες μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, της παραγωγικότητας και της συμπληρωματικής ασφάλισης, ώστε το σύστημα να γίνει δίκαιο, βιώσιμο και ικανό να προστατεύει πραγματικά την τρίτη ηλικία στο μέλλον.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top