Η συζήτηση γύρω από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας με βάση το πρόσφατο σχέδιο των 28 σημείων του προέδρου Τραμπ έχει φέρει στο προσκήνιο τρία από τα πιο ευαίσθητα και εκρηκτικά ζητήματα του πολέμου. Τα θέματα αυτά δεν αφορούν απλώς την τακτική ή τα εδάφη, αλλά την ίδια την πολιτική και στρατηγική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Ευρώπης. Παρότι φαίνεται να υπάρχει κάποια πρόοδος στις συζητήσεις, το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων αποκαλύπτει ότι η επίτευξη μιας σταθερής συμφωνίας απέχει ακόμη από το να θεωρηθεί εφικτή.
Το πρώτο και αρχικό εμπόδιο είναι η πιθανότητα παράδοσης ουκρανικών εδαφών στην περιοχή του Ντονμπάς. Το Κίεβο έχει ξεκαθαρίσει πως η απώλεια των βαριά οχυρωμένων αστικών ζωνών, που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την άμυνα και τη σταθερότητά του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή χωρίς σοβαρές εγγυήσεις ασφάλειας.
Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα μίας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης υπό ρωσική διοίκηση, η οποία έχει συζητηθεί σε προηγούμενες αμερικανικές προτάσεις, θεωρείται στην Ουκρανία επικίνδυνη, καθώς θα δημιουργούσε μια μόνιμη γραμμή ελέγχου της Ρωσίας σε καίριο σημείο του ουκρανικού εδάφους. Παρότι διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι υπάρχει κάποια μικρή πρόοδος, το θέμα παραμένει βαθιά τοξικό.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη μείωση του μεγέθους του ουκρανικού στρατού. Η αρχική πρόταση των ΗΠΑ για περιορισμό στις 600.000 στρατιώτες έχει ήδη προκαλέσει εντονότατες αντιδράσεις. Η Ουκρανία, ιδιαίτερα σε συνθήκες συνεχιζόμενης απειλής, θεωρεί υπαρξιακό τον έλεγχο της δικής της στρατιωτικής ισχύος.
Ένας τέτοιος περιορισμός θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας και θα καθιστούσε τη χώρα πιο ευάλωτη. Έχει συζητηθεί ένας υψηλότερος αριθμός, γεγονός που δείχνει κάποια ευελιξία, ωστόσο το ουκρανικό αίτημα παραμένει να μην επιβληθεί κανενός είδους αυστηρή οροφή που θα λειτουργούσε ως προηγούμενο ξένης ανάμιξης στην άμυνα της χώρας.
Τρίτο και εξίσου κρίσιμο θέμα είναι η απαίτηση της Ρωσίας να αποκλειστεί η Ουκρανία οριστικά από το ΝΑΤΟ. Το Κίεβο και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν αυτή τη θέση ως θεμελιωδώς απαράδεκτη, όχι μόνο επειδή θα ισοδυναμούσε με παραχώρηση ρωσικού βέτο στη δυτική συμμαχία, αλλά και διότι θα ανέτρεπε τη βασική αρχή της ευρωπαϊκής ασφάλειας, σύμφωνα με την οποία κάθε κυρίαρχο κράτος έχει δικαίωμα να επιλέγει τις συμμαχίες του.
Πρακτικά η αποδοχή ενός τέτοιου όρου θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο, τόσο για την Ανατολική Ευρώπη όσο και για τις μελλοντικές ρωσικές αξιώσεις.
Τα ζητήματα αυτά αποτελούν ταυτόχρονα και τη βάση των ρωσικών όρων για τερματισμό της εκστρατείας. Η Μόσχα επιδιώκει τη θεσμοθέτηση των κερδών της, τη διασφάλιση ενός αποδυναμωμένου ουκρανικού κράτους και την de facto αναγνώριση της δικής της ζώνης επιρροής. Κάθε μία από αυτές τις απαιτήσεις συγκρούεται με τις θεμελιώδεις γραμμές άμυνας της Ουκρανίας, με την αμερικανική πολιτική ασφάλειας και με τον ευρωπαϊκό κανόνα ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη βία.
Τα επόμενα βήματα θα κριθούν από το αν οι δύο πλευρές μπορούν να βρουν έναν ενδιάμεσο χώρο. Η Ουάσινγκτον θα επιχειρήσει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο όπου η Ουκρανία δεν θα υποχρεωθεί σε ταπεινωτικές παραχωρήσεις, ενώ η Ρωσία θα μπορεί να παρουσιάσει στο εσωτερικό της κάποιο είδος νίκης. Η Ευρώπη, από την πλευρά της, παρακολουθεί με ανησυχία καθώς οι αποφάσεις αυτές θα επηρεάσουν το σύστημα ασφάλειας της ηπείρου για δεκαετίες.
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας άμεσης ειρήνευσης παραμένει περιορισμένη. Οι θέσεις των δύο πλευρών πάνω στα κρίσιμα ζητήματα είναι ακόμα εξαιρετικά απομακρυσμένες. Μια συμφωνία μπορεί να προχωρήσει μόνον εάν υπάρξει ένα μικτό μοντέλο παραχωρήσεων, εγγυήσεων και μεταβατικών περιόδων που θα ικανοποιεί τις ελάχιστες κόκκινες γραμμές και των δύο πλευρών. Μέχρι να διαμορφωθεί ένα τέτοιο πλαίσιο, η προοπτική ειρήνης παραμένει εύθραυστη.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το σχέδιο του προέδρου Τραμπ άνοιξε έναν νέο δίαυλο συζήτησης, αλλά τα θεμελιώδη ζητήματα που χωρίζουν Ρωσία και Ουκρανία εξακολουθούν να απαιτούν δύσκολες και μακρές διαπραγματεύσεις, που σημαίνει πως η ειρήνη δεν είναι αδύνατη, αλλά απέχει ακόμη από το να γίνει πραγματικότητα.
