Η αναπτυξιακή πορεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια δείχνει σημάδια σταθερότητας και επανεκκίνησης, ωστόσο η διατήρησή της απαιτεί συστηματική αντιμετώπιση τριών κρίσιμων προκλήσεων που αναδεικνύονται από τη Goldman Sachs, όπως η εξισορρόπηση της αγοράς ακινήτων, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό και η χαμηλή αποδοτικότητα του δικαστικού συστήματος. Κάθε μία από αυτές αγγίζει θεμελιώδεις διαστάσεις της οικονομίας και διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η χώρα την επόμενη δεκαετία.
Πιο συγκεκριμένα, η επιστροφή της αγοράς ακινήτων σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μετά από μια παρατεταμένη περίοδο καθίζησης αποτελεί σαφή ένδειξη οικονομικής ανάκαμψης. Οι αυξήσεις στις τιμές κατοικιών και επαγγελματικών χώρων από το 2022 επιβεβαιώνουν την ενίσχυση της ζήτησης και τη σταδιακή επάνοδο της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Ωστόσο, η συσσώρευση ζήτησης σε συνδυασμό με περιορισμένη προσφορά νέων κατασκευών δημιουργεί τον κίνδυνο υπερθέρμανσης, υπενθυμίζοντας τις ανισορροπίες της δεκαετίας του 2000. Η ομαλή επιστροφή στην κανονικότητα δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στις δυνάμεις της αγοράς· απαιτεί έξυπνες παρεμβάσεις που θα ενθαρρύνουν τη δημιουργία προσιτής κατοικίας, θα κατευθύνουν την επενδυτική δραστηριότητα σε υγιή θεμέλια και θα αποτρέπουν φαινόμενα υπερτιμήσεων που υπονομεύουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία έρχεται αντιμέτωπη με μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη πρόκληση: την αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Παρά τα ιστορικά υψηλά επίπεδα απασχόλησης, σημαντικό μέρος εργαζομένων με υψηλές γνώσεις παραμένει υποαπασχολούμενο ή απασχολείται σε θέσεις που δεν αξιοποιούν τις δυνατότητές τους.
Αυτό το χάσμα μεταξύ προσόντων και πραγματικών θέσεων εργασίας περιορίζει την παραγωγικότητα και λειτουργεί ως φρένο στη μελλοντική ανάπτυξη. Η Goldman Sachs επισημαίνει την ανάγκη για οργανωμένα προγράμματα reskilling και upskilling τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής παραγωγικότητας, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ικανότητα της οικονομίας να απορροφήσει νέες τεχνολογίες και να προσαρμοστεί ταχύρρυθμα στις απαιτήσεις της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Η τρίτη πρόκληση αφορά το δικαστικό σύστημα, ένα διαχρονικό εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις σε διοικητικές υποθέσεις, οι καθυστερήσεις σε πολιτικές και εμπορικές δίκες παραμένουν από τις μεγαλύτερες στην Ευρωζώνη. Ο δείκτης Disposition Time (DT) καταγράφει ότι η απονομή δικαιοσύνης διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μειώνοντας την επιχειρηματική βεβαιότητα και αποθαρρύνοντας επενδυτές που επιζητούν ένα σταθερό, προβλέψιμο και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο. Η επίλυση αυτού του ζητήματος δεν αποτελεί απλώς τεχνική μεταρρύθμιση, αλλά προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας και τη θωράκιση του κράτους δικαίου.
Καταλήγοντας, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο με σημαντικές δυνατότητες αλλά και εξίσου σημαντικές προκλήσεις. Η σταθεροποίηση της αγοράς ακινήτων, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και η ουσιαστική βελτίωση της αποδοτικότητας του δικαστικού συστήματος αποτελούν τρεις κεντρικούς πυλώνες για μια βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.
Με βάση τα παραπάνω, η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων με αποφασιστικότητα και στρατηγική προσέγγιση θα επιτρέψει στη χώρα να μετατρέψει τη σημερινή δυναμική σε μακροχρόνια ευημερία και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία.
