Η πρόσφατη ανακοίνωση του Εμανουέλ Μακρόν για συμφωνία της Ουκρανίας με τους συμμάχους της γύρω από ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας, στο πλαίσιο της λεγόμενης Διακήρυξης του Παρισιού και μετά τη συνεδρίαση της Συμμαχίας των Προθύμων, επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας οργανωμένης και πολιτικά διαχειρίσιμης πορείας προς την ειρήνη.

Οι τοποθετήσεις τόσο του Βολοντίμιρ Ζελένσκι όσο και του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ περί συγκεκριμένων βημάτων ενισχύουν την αίσθηση ότι η διεθνής κοινότητα δεν περιορίζεται πλέον στη διαχείριση της σύγκρουσης, αλλά αναζητά ένα πλαίσιο σταθερότητας για την επόμενη μέρα. Ταυτόχρονα, η επιλογή της Ελλάδας να μην συμμετάσχει σε ενδεχόμενη ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη στην Ουκρανία δείχνει ότι ακόμη και εντός της Δύσης διαμορφώνονται διαφοροποιήσεις ως προς τα μέσα, χωρίς όμως να αμφισβητείται ο κοινός στόχος της αποκλιμάκωσης.

Πιο συγκεκριμένα, το κρίσιμο στοιχείο της Διακήρυξης του Παρισιού δεν είναι τόσο η προοπτική άμεσης στρατιωτικής παρουσίας, όσο το μήνυμα ότι η Ουκρανία θα μπορεί να στηριχθεί σε ένα πλέγμα πολιτικών, οικονομικών και αμυντικών εγγυήσεων, το οποίο θα λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι μελλοντικών επιθετικών κινήσεων.

Για το Κίεβο, οι εγγυήσεις αυτές είναι το ελάχιστο αντάλλαγμα για οποιαδήποτε συζήτηση περί κατάπαυσης πυρός ή διαπραγμάτευσης, καθώς χωρίς αξιόπιστες δεσμεύσεις από Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, μια ειρηνευτική συμφωνία θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως προσωρινή ανάπαυλα. Από την άλλη πλευρά, για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η δημιουργία ενός κοινού πλαισίου εγγυήσεων αποτελεί και δοκιμασία της στρατηγικής τους αυτονομίας, καθώς καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια στην ήπειρο.

Βέβαια οι πρόσφατες επαφές ανάμεσα σε Ουκρανούς, Ρώσους και Αμερικανούς, έστω και σε χαμηλότερο επίπεδο ή μέσω διαμεσολαβητών, υποδηλώνουν ότι υπάρχει πλέον ένα στοιχειώδες έδαφος επικοινωνίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διατήρηση της στήριξης προς το Κίεβο και στην ανάγκη αποτροπής μιας παρατεταμένης σύγκρουσης που αποσταθεροποιεί το διεθνές σύστημα.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, δείχνει πρόθυμη να εξετάσει μορφές αποκλιμάκωσης, υπό τον όρο ότι θα αναγνωριστούν κάποια από τα γεωπολιτικά της αιτήματα, κυρίως σε σχέση με την ασφάλεια στα δυτικά της σύνορα και το καθεστώς των κατεχόμενων εδαφών. Αν και οι θέσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασύμβατες, η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας δημιουργεί τη βάση για μια διαδικασία σταδιακής προσέγγισης.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως αυτή που προώθησε ο Μακρόν, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τις αμερικανικές προσπάθειες. Η έμφαση στις εγγυήσεις ασφαλείας και όχι σε άμεσες στρατιωτικές αποστολές επιτρέπει σε χώρες όπως η Ελλάδα να στηρίξουν πολιτικά την ειρηνευτική προοπτική χωρίς να εμπλακούν στρατιωτικά, διατηρώντας παράλληλα τις δικές τους γεωπολιτικές ισορροπίες.

Με βάση τα παραπάνω η ελληνική στάση, αν και αποστασιοποιημένη από στρατιωτικές επιλογές, δεν αναιρεί τη συμμετοχή στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και νατοϊκό πλαίσιο, αλλά υπογραμμίζει ότι η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με στρατεύματα, αλλά με θεσμικές εγγυήσεις, οικονομική στήριξη και πολιτικές δεσμεύσεις.

Οι προοπτικές ειρήνευσης στην Ουκρανία, επομένως, δεν εξαρτώνται από ένα μεμονωμένο γεγονός ή μια δήλωση, αλλά από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: πρώτον, από την ικανότητα της Δύσης να προσφέρει στην Ουκρανία αξιόπιστες εγγυήσεις που θα καθιστούν μια ειρηνευτική συμφωνία βιώσιμη, δεύτερον, από τη διάθεση της Ρωσίας να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό που δεν θα ταυτίζεται με την πλήρη επιβολή των αρχικών της στόχων και, τρίτον, από τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως βασικού διαμεσολαβητή που μπορεί να γεφυρώσει τις ευρωπαϊκές και ρωσικές ανησυχίες.

Αν οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις αποκτήσουν θεσμική συνέχεια και συνοδευτούν από συγκεκριμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως σταδιακές εκεχειρίες, ανταλλαγές κρατουμένων και οικονομικά πακέτα ανασυγκρότησης, τότε το ενδεχόμενο μιας πιο μόνιμης ειρήνης δεν θα παραμείνει θεωρητικό.

Εν κατακλείδι, η Διακήρυξη του Παρισιού και οι δηλώσεις Ζελένσκι και Στάρμερ δεν συνιστούν ακόμη ειρηνευτική συμφωνία, αποτελούν όμως σαφή ένδειξη ότι η διεθνής διπλωματία μετακινείται από τη λογική της διαρκούς σύγκρουσης προς τη λογική της διαχείρισης της επόμενης ημέρας, καθώς η ειρήνη στην Ουκρανία δεν θα έρθει με μία κίνηση, αλλά μέσα από έναν συνδυασμό εγγυήσεων ασφαλείας και ρεαλιστικών συμβιβασμών από όλες τις πλευρές.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top