Η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς ένα χρόνιο δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά έναν από τους βασικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την ίδια τη δομή της οικονομίας, τις ανισορροπίες της αγοράς και τελικά το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Όταν περίπου το 21% του ΑΕΠ, δηλαδή σχεδόν 45 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, κινείται εκτός επίσημου συστήματος, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένες παραβάσεις ή μικρές αποκλίσεις. Μιλάμε για μια παράλληλη οικονομία που επηρεάζει τη ζήτηση, την προσφορά, τον ανταγωνισμό, τον πληθωρισμό και φυσικά την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Η ελληνική οικονομία λειτουργεί επί δεκαετίες με δύο ταχύτητες. Από τη μία βρίσκεται η επίσημη οικονομία, όπου μισθωτοί, συνταξιούχοι και συνεπείς επιχειρήσεις φορολογούνται στην πηγή και καλούνται να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος των δημοσίων εσόδων.
Από την άλλη, λειτουργεί ένα μεγάλο τμήμα δραστηριότητας που βασίζεται στα μετρητά, στις αδήλωτες συναλλαγές και στη χαμηλή φορολογική συμμόρφωση. Αυτή η διπλή πραγματικότητα δημιουργεί μια στρεβλή εικόνα για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στην αγορά και ταυτόχρονα δυσκολεύει τη χάραξη οικονομικής πολιτικής.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα δηλωθέντα εισοδήματα πολλών ελεύθερων επαγγελματιών. Όταν εμφανίζονται μέσες ετήσιες απολαβές της τάξης των 3.665 ευρώ, δηλαδή περίπου 305 ευρώ τον μήνα, δημιουργείται ένα προφανές παράδοξο. Τα στοιχεία αυτά δεν συμβαδίζουν ούτε με το επίπεδο κατανάλωσης ούτε με την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Οι κατοικίες ενοικιάζονται σε υψηλές τιμές, τα καταστήματα παραμένουν γεμάτα, η κατανάλωση υπηρεσιών συνεχίζεται και σημαντικά ποσά κινούνται καθημερινά στην οικονομία. Η διαφορά ανάμεσα στα δηλωμένα εισοδήματα και στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα είναι ουσιαστικά ο καθρέφτης της παραοικονομίας.
Αυτή η κατάσταση επηρεάζει άμεσα τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών. Ένα σημαντικό μέρος της κατανάλωσης πραγματοποιείται με «μαύρο» χρήμα, το οποίο δεν φορολογείται και δεν καταγράφεται. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη ενός τμήματος της κοινωνίας είναι μεγαλύτερη από αυτή που αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία.
Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται τεχνητή πίεση στη ζήτηση, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η εστίαση, οι υπηρεσίες, η αγορά ακινήτων και ο τουρισμός. Όταν η πραγματική κατανάλωση είναι υψηλότερη από αυτή που εκτιμούν οι θεσμοί και οι κρατικοί μηχανισμοί, τότε ενισχύονται και οι πληθωριστικές πιέσεις, καθώς οι τιμές ανεβαίνουν για να ανταποκριθούν σε μια ισχυρότερη πραγματική ζήτηση.
Ταυτόχρονα, η φοροδιαφυγή επηρεάζει και την προσφορά. Επιχειρήσεις που αποκρύπτουν έσοδα μπορούν να λειτουργούν με χαμηλότερο πραγματικό κόστος και συχνά αποκτούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στις συνεπείς επιχειρήσεις. Αυτό στρεβλώνει την αγορά, αποθαρρύνει τις υγιείς επενδύσεις και τελικά μειώνει την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Ο επιχειρηματίας που πληρώνει κανονικά φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και ΦΠΑ βρίσκεται πολλές φορές σε δυσμενέστερη θέση από εκείνον που αποκρύπτει εισοδήματα ή λειτουργεί με μετρητά χωρίς παραστατικά. Έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου η παραβατικότητα συχνά ανταμείβεται και η συνέπεια τιμωρείται.
Οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό είναι επίσης πολυδιάστατες. Από τη μία πλευρά, η ύπαρξη αδήλωτου χρήματος αυξάνει τη συνολική κυκλοφορία ρευστότητας στην οικονομία, τροφοδοτώντας την κατανάλωση και άρα την άνοδο των τιμών. Από την άλλη, το κράτος, στερούμενο σημαντικών φορολογικών εσόδων, αναγκάζεται να διατηρεί υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές για όσους δηλώνουν κανονικά τα εισοδήματά τους.
Αυτό αυξάνει το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων και υπηρεσιών, το οποίο μεταφέρεται τελικά στις τελικές τιμές των προϊόντων. Με άλλα λόγια, η φοροδιαφυγή δεν μειώνει το οικονομικό βάρος της κοινωνίας συνολικά· απλώς το μεταφέρει στους πιο συνεπείς.
Σε επίπεδο ανάπτυξης, η ζημιά είναι ακόμη βαθύτερη. Αν ένα μέρος αυτών των 45 δισεκατομμυρίων ευρώ εντασσόταν στην επίσημη οικονομία, το κράτος θα είχε μεγαλύτερη δυνατότητα να μειώσει φόρους, να ενισχύσει δημόσιες επενδύσεις και να βελτιώσει υπηρεσίες όπως η υγεία, η παιδεία και οι υποδομές. Παράλληλα, η βελτίωση της φορολογικής δικαιοσύνης θα μπορούσε να αυξήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και να δημιουργήσει ένα πιο σταθερό επενδυτικό περιβάλλον.
Η παραοικονομία μπορεί βραχυπρόθεσμα να λειτουργεί ως βαλβίδα επιβίωσης για ορισμένους, αλλά μακροπρόθεσμα περιορίζει την παραγωγικότητα, αποδυναμώνει τους θεσμούς και κρατά τη χώρα σε χαμηλότερη αναπτυξιακή τροχιά.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS και οι νέοι μηχανισμοί ελέγχου δείχνουν ότι το κράτος επιχειρεί να περιορίσει τη γκρίζα ζώνη της οικονομίας. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν είναι μόνο τεχνικό ή φορολογικό ζήτημα. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό θέμα, που συνδέεται με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, με την αίσθηση δικαιοσύνης και με το κατά πόσο οι πολίτες πιστεύουν ότι οι φόροι τους επιστρέφουν πραγματικά στην κοινωνία.
Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα δεν αφαιρεί μόνο έσοδα από το κράτος. Επηρεάζει την πραγματική λειτουργία της οικονομίας, ενισχύει τις ανισορροπίες της αγοράς, τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και περιορίζει τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας. Όσο η παράλληλη οικονομία παραμένει τόσο μεγάλη, τόσο η Ελλάδα θα συνεχίζει να αναζητά πόρους από τους ίδιους συνεπείς φορολογούμενους, διατηρώντας έναν φαύλο κύκλο που επιβαρύνει τελικά ολόκληρη την κοινωνία.
