Το γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε το 2025 στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τη Βουλγαρία ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Είναι μια ένδειξη ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, τη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η ευημερία δεν έχει μεταφερθεί με την ίδια ένταση στα νοικοκυριά και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Πιο συγκεκριμένα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρά την οικονομική παραγωγή που αντιστοιχεί θεωρητικά σε κάθε κάτοικο μιας χώρας. Δεν σημαίνει ότι κάθε Έλληνας λαμβάνει αυτό το ποσό ως εισόδημα, αλλά αποτελεί έναν βασικό δείκτη της συνολικής οικονομικής ισχύος και παραγωγικότητας. Όταν η Ελλάδα βρίσκεται 32% κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία της παράγει αισθητά λιγότερο πλούτο ανά πολίτη σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το στοιχείο της πραγματικής ατομικής κατανάλωσης, το οποίο θεωρείται από πολλούς οικονομολόγους καλύτερος δείκτης του πραγματικού βιοτικού επιπέδου.
Η κατανάλωση αποτυπώνει τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει και να καταναλώσει ένας πολίτης. Όταν η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αυτό αποτυπώνει την πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά από τον πληθωρισμό, τη φορολογία, το κόστος στέγασης και την περιορισμένη αύξηση των πραγματικών μισθών.
Οι λόγοι που οδήγησαν την Ελλάδα σε αυτή τη θέση είναι βαθύτεροι και συνδέονται με τις συνέπειες της δεκαετούς οικονομικής κρίσης. Από το 2010 έως το 2018 η χώρα έχασε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, κάτι που δεν συνέβη σε καμία άλλη ανεπτυγμένη οικονομία σε καιρό ειρήνης. Η παραγωγική βάση συρρικνώθηκε, χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι επιστήμονες και επαγγελματίες μετανάστευσαν στο εξωτερικό.
Το λεγόμενο brain drain στέρησε από την οικονομία πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο είναι απαραίτητο για την καινοτομία, την παραγωγικότητα και τη δημιουργία νέου πλούτου.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες, ενώ υπολείπεται σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η τεχνολογία, η βιοτεχνολογία, η προηγμένη βιομηχανία και η έρευνα.
Οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από τα επίπεδα που απαιτούνται για να συγκλίνει η χώρα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η παραγωγικότητα της εργασίας. Ο Έλληνας εργαζόμενος συχνά εργάζεται περισσότερες ώρες από πολλούς Ευρωπαίους συναδέλφους του, όμως η συνολική παραγωγή ανά ώρα εργασίας παραμένει χαμηλή.
Αυτό συνδέεται με την τεχνολογική υστέρηση πολλών επιχειρήσεων, το μικρό μέγεθος της πλειονότητας των εταιρειών, τη γραφειοκρατία και την αργή απονομή δικαιοσύνης, που εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικίνητρα για επενδύσεις.
Οι συνέπειες αυτής της εικόνας είναι πολυεπίπεδες. Σε επίπεδο νοικοκυριών, οι πολίτες δυσκολεύονται να αποταμιεύσουν, να αγοράσουν κατοικία ή να δημιουργήσουν οικονομική ασφάλεια για το μέλλον. Η αύξηση των τιμών ακινήτων και ενοικίων έχει γίνει πολύ ταχύτερα από την αύξηση των εισοδημάτων. Ως αποτέλεσμα, ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η χαμηλή αγοραστική δύναμη οδηγεί σε δημογραφικές πιέσεις. Πολλά νέα ζευγάρια καθυστερούν να αποκτήσουν παιδιά, ενώ άλλοι επιλέγουν να μεταναστεύσουν αναζητώντας καλύτερες αμοιβές και προοπτικές. Η γήρανση του πληθυσμού επιβαρύνει περαιτέρω τα ασφαλιστικά ταμεία και περιορίζει το δυνητικό αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας.
Σε οικονομικό επίπεδο, η χαμηλή εσωτερική κατανάλωση περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Οι εταιρείες δυσκολεύονται να αυξήσουν πωλήσεις και κερδοφορία αποκλειστικά μέσω της εγχώριας αγοράς και αναγκάζονται να αναζητήσουν ανάπτυξη μέσω εξαγωγών ή διεθνούς επέκτασης.
Το ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής κατάταξης είναι ότι χώρες όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Λιθουανία και η Κροατία πλησιάζουν σταθερά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό αποδεικνύει ότι η σύγκλιση είναι εφικτή όταν υπάρχουν μακροχρόνιες επενδύσεις στην παραγωγικότητα, στην εκπαίδευση, στις υποδομές και στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων.
Η περίπτωση της Βουλγαρίας είναι επίσης ενδεικτική, καθώς ξεκίνησε από πολύ χαμηλότερη βάση αλλά βελτιώνεται ταχύτερα από την Ελλάδα την τελευταία δεκαετία.
Για να αλλάξει ουσιαστικά η θέση της χώρας, δεν αρκεί μόνο η αύξηση του ΑΕΠ. Απαιτείται ανάπτυξη που να μεταφράζεται σε υψηλότερους μισθούς και μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις σε τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές υπηρεσίες, logistics, ενέργεια, φαρμακοβιομηχανία και εξαγωγικούς κλάδους. Χρειάζεται επίσης σταθερό φορολογικό πλαίσιο, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση και ισχυρότερη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η αύξηση της παραγωγικότητας πρέπει να συνοδευτεί από αύξηση των πραγματικών αποδοχών. Εάν η οικονομία αναπτύσσεται αλλά οι πολίτες δεν βλέπουν ουσιαστική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημά τους, τότε η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα παραμένει μεγάλη ακόμη και αν οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται.
Συνοψίζοντας, η τελευταία θέση της Ελλάδας στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί υπενθύμιση ότι η ανάκαμψη της οικονομίας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική δημοσιονομική σταθερότητα και προσελκύει περισσότερες επενδύσεις από ό,τι πριν από μια δεκαετία, όμως η πραγματική πρόκληση είναι να μετατραπεί αυτή η πρόοδος σε υψηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους πολίτες της.
