Η νέα έκρηξη της ακρίβειας στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τον πόλεμο στο Ιράν, ούτε μόνο από την άνοδο των καυσίμων. Είναι αλήθεια ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή λειτούργησε ως ισχυρός επιταχυντής. Όταν οι αγορές ενέργειας φοβούνται διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι τιμές των καυσίμων αντιδρούν ακαριαία.
Στην Ελλάδα, όπου οι μεταφορές, η παραγωγή, η διανομή, ο τουρισμός και η καθημερινή κατανάλωση εξαρτώνται έντονα από την ενέργεια, η άνοδος αυτή περνά γρήγορα στο κόστος ζωής. Όμως η πραγματική ανησυχία βρίσκεται αλλού. Η Ελλάδα δεν ακριβαίνει απλώς επειδή ακριβαίνει ο κόσμος. Ακριβαίνει περισσότερο από την Ευρωζώνη, και αυτό δείχνει ότι πίσω από το διεθνές σοκ υπάρχουν βαθύτερες εσωτερικές αδυναμίες.
Η απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο. Όταν ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα κινείται κοντά στο 4,9% και στην Ευρωζώνη στο 3,2%, δεν μιλάμε πια μόνο για εισαγόμενο πρόβλημα. Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο ή το κόστος μεταφορών, η επίπτωση θα ήταν περίπου ανάλογη στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η Ελλάδα, όμως, εμφανίζει μεγαλύτερη ένταση ανατιμήσεων σε βασικά είδη διατροφής, σε υπηρεσίες, σε ενοίκια και σε κατηγορίες όπου οι διεθνείς τιμές εξηγούν μόνο ένα μέρος της αύξησης. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές κόστος εισέρχεται στην ελληνική αγορά και πολλαπλασιάζεται από τις δικές της στρεβλώσεις.
Το παράδειγμα των τροφίμων είναι αποκαλυπτικό. Όταν το κρέας, το γάλα, τα τυριά, τα λαχανικά, τα φρούτα και ακόμη και η σοκολάτα αυξάνονται στην Ελλάδα περισσότερο από ό,τι στην Ευρωζώνη, δεν αρκεί να επικαλεστεί κανείς τις εισαγωγές, τις ζωονόσους ή τις διεθνείς τιμές πρώτων υλών. Βεβαίως, υπάρχουν αντικειμενικοί παράγοντες.
Η Ελλάδα εισάγει μεγάλο μέρος του μοσχαρίσιου κρέατος, επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις στις ζωοτροφές, έχει αυξημένο ενεργειακό κόστος στην ψύξη και στη μεταφορά και αντιμετωπίζει προβλήματα στην παραγωγή αιγοπρόβειου κρέατος. Ωστόσο, όταν οι αποκλίσεις εμφανίζονται σε τόσο πολλές κατηγορίες, η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη δομή της αγοράς.
Στα νωπά οπωροκηπευτικά, η ελληνική αγορά παραμένει εξαρτημένη από πολλούς ενδιάμεσους. Ο παραγωγός συχνά δεν έχει επαρκή διαπραγματευτική ισχύ, οι μεγάλοι καθετοποιημένοι συνεταιρισμοί είναι λίγοι, η οργάνωση της παραγωγής είναι αδύναμη και η διανομή περνά μέσα από χονδρεμπορικά κανάλια που αυξάνουν το τελικό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι ο καταναλωτής να πληρώνει πολύ ακριβότερα από όσο δικαιολογεί η τιμή παραγωγού, ενώ ο ίδιος ο παραγωγός συχνά δεν απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο που το γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες καταναλωτές: η χώρα παράγει φρούτα, λαχανικά, λάδι και γαλακτοκομικά, αλλά ο καταναλωτής τα πληρώνει σαν να πρόκειται για είδη πολυτελείας.
Στα σούπερ μάρκετ η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά, τα καθαρά περιθώρια κέρδους των αλυσίδων δεν φαίνεται να είναι εξαιρετικά υψηλά σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Από την άλλη πλευρά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί αποτελεσματικά προς όφελος του καταναλωτή. Η χαμηλή παραγωγικότητα, το κόστος λειτουργίας, η περιορισμένη συμμετοχή ελληνικών αλυσίδων σε μεγάλες ευρωπαϊκές αγοραστικές συμμαχίες, η ισχυρή θέση μεγάλων προμηθευτών και το σχετικά χαμηλότερο μερίδιο προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας μειώνουν την πίεση στις τελικές τιμές.
Όταν η ιδιωτική ετικέτα δεν έχει την ίδια δύναμη που έχει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα επώνυμα προϊόντα δεν πιέζονται αρκετά. Όταν οι αλυσίδες δεν έχουν την αγοραστική ισχύ μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων, δυσκολεύονται να αποσπάσουν χαμηλότερες τιμές από τους προμηθευτές. Και όταν η αγορά λειτουργεί με μόνιμη λογική προσφορών, εκπτώσεων και προσωρινών προωθητικών ενεργειών, ο καταναλωτής χάνει την καθαρή εικόνα της πραγματικής τιμής.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι πολλά από τα κρατικά μέτρα των τελευταίων ετών είχαν περισσότερο χαρακτήρα προσωρινής συγκράτησης παρά μόνιμης θεραπείας. Το πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους, οι συμφωνίες κυρίων, τα καλάθια προϊόντων και οι πρωτοβουλίες μείωσης τιμών μπορούν να περιορίσουν βραχυπρόθεσμα ορισμένες ανατιμήσεις.
Δεν αλλάζουν, όμως, τη λειτουργία της αγοράς. Αν οι τιμές συγκρατούνται επειδή υπάρχει διοικητικός περιορισμός και όχι επειδή λειτουργεί ο ανταγωνισμός, τότε μόλις το μέτρο χαλαρώσει ή καταργηθεί, οι ανατιμήσεις επιστρέφουν. Αυτό ακριβώς δείχνει η εμπειρία των τελευταίων ετών. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από ελέγχους. Έχει ανάγκη από αγορά που παράγει πραγματικό ανταγωνισμό.
Η ακρίβεια στις υπηρεσίες είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση. Η Ελλάδα είναι πλέον μια οικονομία στην οποία ο τουρισμός επηρεάζει έντονα το γενικό επίπεδο τιμών. Τα ξενοδοχεία, τα καταλύματα, η εστίαση, οι μετακινήσεις και οι ψυχαγωγικές υπηρεσίες τιμολογούνται όλο και περισσότερο με βάση τη δυνατότητα πληρωμής του ξένου επισκέπτη και όχι του μέσου ελληνικού νοικοκυριού. Όταν η ζήτηση από τουρίστες υψηλότερων εισοδημάτων παραμένει ισχυρή, οι επαγγελματίες δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να μειώσουν τιμές. Έτσι, οι υψηλές χρεώσεις που ξεκινούν από τουριστικές περιοχές διαχέονται σταδιακά και στην καθημερινότητα των κατοίκων. Η Αθήνα, τα νησιά, οι δημοφιλείς προορισμοί και πολλές περιοχές με έντονη βραχυχρόνια μίσθωση γίνονται ακριβότερες όχι μόνο για τον επισκέπτη, αλλά και για τον μόνιμο κάτοικο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κρίση των ενοικίων. Όταν τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός παύει να είναι μόνο θέμα σούπερ μάρκετ ή καυσίμων. Γίνεται πρόβλημα συνολικού κόστους ζωής.
Η στεγαστική πίεση μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα, κάνει τους μισθούς να φαίνονται ακόμη χαμηλότεροι και δημιουργεί νέα αιτήματα για αυξήσεις αμοιβών. Οι αυξήσεις μισθών είναι αναγκαίες όταν οι εργαζόμενοι χάνουν αγοραστική δύναμη, αλλά αν δεν συνοδεύονται από αύξηση παραγωγικότητας και ενίσχυση προσφοράς, μπορούν να τροφοδοτήσουν νέο κύκλο ανατιμήσεων. Έτσι η οικονομία μπαίνει σε μια δύσκολη ισορροπία: χρειάζεται καλύτερους μισθούς, αλλά χρειάζεται και περισσότερη παραγωγή, περισσότερη προσφορά, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και πιο αποδοτικές αγορές.
Η πολιτική των επιδομάτων έχει επίσης όρια. Όταν το κράτος εισπράττει περισσότερα από ΦΠΑ επειδή οι τιμές ανεβαίνουν και στη συνέχεια επιστρέφει μέρος αυτών των εσόδων ως έκτακτη ενίσχυση, ανακουφίζει προσωρινά συγκεκριμένες ομάδες πολιτών. Δεν μειώνει, όμως, την τιμή στο ράφι.
Επιπλέον, αν οι ενισχύσεις δεν είναι πολύ καλά στοχευμένες, αυξάνουν τη ζήτηση χωρίς να αυξάνουν την προσφορά. Σε μια οικονομία όπου η παραγωγική δυνατότητα είναι περιορισμένη και η εξάρτηση από εισαγωγές υψηλή, η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να συντηρήσει τις τιμές αντί να τις πιέσει προς τα κάτω. Το κοινωνικό κράτος είναι αναγκαίο, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική ανταγωνισμού, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη σοβαρή εποπτεία της αγοράς.
Τι μπορεί λοιπόν να γίνει; Πρώτον, χρειάζεται πραγματική διαφάνεια στις αλυσίδες αξίας. Το κράτος πρέπει να γνωρίζει και να δημοσιοποιεί, όπου είναι δυνατόν, τη διαδρομή της τιμής από τον παραγωγό μέχρι το ράφι. Δεν αρκεί να ελέγχεται μόνο το τελικό σημείο πώλησης.
Πρέπει να ελέγχεται πού δημιουργείται η υπερβολική απόκλιση, στην παραγωγή, στη χονδρική, στη διανομή, στη μεταφορά ή στη λιανική. Δεύτερον, χρειάζεται ενίσχυση των παραγωγικών συνεταιρισμών και της καθετοποίησης στα νωπά προϊόντα, ώστε οι παραγωγοί να μπορούν να πουλούν οργανωμένα, με καλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και λιγότερους ενδιάμεσους. Τρίτον, χρειάζεται ενίσχυση της ιδιωτικής ετικέτας και των αγοραστικών συνεργασιών, ώστε τα σούπερ μάρκετ να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα πίεσης προς τους προμηθευτές και οι καταναλωτές περισσότερες αξιόπιστες οικονομικές επιλογές.
Παράλληλα, χρειάζεται πιο έξυπνη φορολογική πολιτική στα βασικά αγαθά. Μια οριζόντια μείωση ΦΠΑ δεν εγγυάται πάντα μείωση τιμών, γιατί μπορεί να απορροφηθεί από την αγορά. Θα μπορούσαν, όμως, να εξεταστούν στοχευμένες και προσωρινές μειώσεις σε απολύτως βασικά προϊόντα, με αυστηρή υποχρέωση μετακύλισης στον καταναλωτή και καθημερινή παρακολούθηση τιμών. Χρειάζεται επίσης επιτάχυνση των επενδύσεων σε ενέργεια, αποθήκευση, ανανεώσιμες πηγές και μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας για επιχειρήσεις, ώστε το ενεργειακό κόστος να πάψει να λειτουργεί σαν μόνιμος μηχανισμός πληθωρισμού.
Στον τουρισμό και στις υπηρεσίες, απαιτείται καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και στην προστασία της καθημερινότητας των κατοίκων, με πολιτικές για στέγη, μεταφορές, εργατικό δυναμικό και έλεγχο αθέμιτων πρακτικών.
Το κρίσιμο είναι να αλλάξει η φιλοσοφία. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ανακοινώσεις, πρόστιμα, καλάθια και έκτακτα βοηθήματα. Αυτά μπορεί να χρειάζονται σε περιόδους κρίσης, αλλά δεν αρκούν.
Η Ελλάδα χρειάζεται βαθύτερες παρεμβάσεις στη δομή των αγορών, στην παραγωγικότητα, στη διανομή, στον ανταγωνισμό, στην ενέργεια και στη στέγη. Διαφορετικά, κάθε διεθνές σοκ θα λειτουργεί σαν σπίθα σε ήδη εύφλεκτο περιβάλλον. Οι τιμές θα ανεβαίνουν γρήγορα σαν ρουκέτες και θα υποχωρούν, αν υποχωρούν, αργά σαν φτερά.
Συμπερασματικά, η ακρίβεια στην Ελλάδα είναι ταυτόχρονα εισαγόμενη και εγχώρια. Εισάγεται μέσα από την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τα τρόφιμα και τις γεωπολιτικές κρίσεις, αλλά διογκώνεται μέσα από τις αδυναμίες της ελληνικής αγοράς.
Η απόκλιση από την Ευρωζώνη αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά και πώς λειτουργεί η ελληνική οικονομία σε όρους ανταγωνιστικότητας.
