Η συζήτηση που έχει ανοίξει στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τον πιθανό διπλασιασμό του ποσοστού των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεματικών από το 1% στο 2% αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης για το επόμενο διάστημα.
Αν και η σχετική απόφαση δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, η προοπτική εφαρμογής της έως το τέλος του 2026 εντάσσεται στη συνολική αναθεώρηση του λειτουργικού πλαισίου της ΕΚΤ και αντικατοπτρίζει τη σταδιακή μετάβαση από την εποχή της εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής σε ένα νέο περιβάλλον περισσότερο ισορροπημένης διαχείρισης της ρευστότητας.
Τα ελάχιστα υποχρεωτικά αποθεματικά αποτελούν κεφάλαια που οι εμπορικές τράπεζες υποχρεούνται να διατηρούν στην κεντρική τους τράπεζα χωρίς να λαμβάνουν τόκο. Όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό αυτό, τόσο μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητας παραμένει δεσμευμένο και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για επενδύσεις ή να αποφέρει εισόδημα μέσω των καταθέσεων που διατηρούν οι τράπεζες στο Ευρωσύστημα.
Με την αύξηση του συντελεστή από το 1% στο 2%, η ΕΚΤ ουσιαστικά αυξάνει το ποσό των κεφαλαίων που παραμένουν αδρανή, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις δαπάνες που καταβάλλουν η ίδια και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες για την αμοιβή της πλεονάζουσας ρευστότητας.
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους η ΕΚΤ είχε μειώσει το ποσοστό των υποχρεωτικών αποθεματικών από το 2% στο 1% προκειμένου να ενισχύσει τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Σήμερα όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά.
Τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, οι πράξεις αναχρηματοδότησης και η μεγάλη αύξηση των καταθέσεων έχουν δημιουργήσει υπερβάλλουσα ρευστότητα άνω των δύο τρισεκατομμυρίων ευρώ. Η ΕΚΤ καταβάλλει επιτόκιο περίπου 2,25% σε μεγάλο μέρος αυτών των διαθεσίμων, γεγονός που συνεπάγεται ετήσια δαπάνη σχεδόν 49 δισ. ευρώ. Με τον διπλασιασμό των υποχρεωτικών αποθεματικών εκτιμάται ότι το κόστος αυτό θα μειωθεί κατά περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως, ενισχύοντας τα οικονομικά αποτελέσματα των κεντρικών τραπεζών και περιορίζοντας τις ζημίες που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια λόγω της απότομης ανόδου των επιτοκίων.
Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Η αύξηση των μη τοκιζόμενων αποθεματικών σημαίνει ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των διαθεσίμων τους δεν θα παράγει έσοδα από τόκους. Επομένως, τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία αποτελούν τον σημαντικότερο πυλώνα της κερδοφορίας των τραπεζών, αναμένεται να υποστούν μια ήπια αλλά υπαρκτή πίεση. Η ένταση της επίδρασης θα διαφέρει από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το ύψος της πλεονάζουσας ρευστότητας και τη δομή του ισολογισμού κάθε τραπεζικού συστήματος.
Οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Γερμανία, όπου οι τράπεζες διατηρούν πολύ υψηλά επίπεδα πλεονάζουσας ρευστότητας, εκφράζουν ήδη έντονες αντιδράσεις, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη αλλαγή μειώνει την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου έναντι των διεθνών ανταγωνιστών του.
Παρά τις αντιδράσεις αυτές, η συνολική επίπτωση στην ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονη. Οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες διαθέτουν σήμερα ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, υψηλή κερδοφορία και σημαντικά αποθέματα ρευστότητας, γεγονός που τους επιτρέπει να απορροφήσουν σχετικά εύκολα μία περιορισμένη μείωση των εσόδων από τόκους.
Επιπλέον, η σταδιακή αποκλιμάκωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ τα επόμενα χρόνια αναμένεται ούτως ή άλλως να περιορίσει την εξαιρετικά υψηλή κερδοφορία που κατέγραψαν οι τράπεζες κατά την περίοδο των αυξημένων επιτοκίων. Υπό αυτή την έννοια, η αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών αποτελεί περισσότερο μία τεχνική προσαρμογή του λειτουργικού πλαισίου παρά μία δραστική αλλαγή της νομισματικής πολιτικής.
Για τις ελληνικές τράπεζες οι επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα είναι ακόμη πιο περιορισμένες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurobank Equities, ακόμη και στην περίπτωση που ο συντελεστής διπλασιαστεί, η αρνητική επίδραση στα καθαρά έσοδα από τόκους δεν θα ξεπεράσει το 1% σε ετήσια βάση.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν μικρότερη αναλογία πλεονάζουσας ρευστότητας σε σχέση με αρκετούς ευρωπαϊκούς ομίλους, ενώ παράλληλα η κερδοφορία τους στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην επέκταση των χορηγήσεων, στις προμήθειες από επενδυτικές και ασφαλιστικές εργασίες, στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών και στη συνεχή βελτίωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους.
Η ελληνική οικονομία δύσκολα θα επηρεαστεί ουσιαστικά από την ενδεχόμενη αλλαγή. Η πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά αναμένεται να συνεχιστεί, ιδιαίτερα όσο βρίσκονται σε εξέλιξη οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα νέα ευρωπαϊκά προγράμματα. Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν επαρκή ρευστότητα ώστε να στηρίξουν την ανάπτυξη της οικονομίας, ενώ οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και οι χαμηλότεροι πλέον δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δημιουργούν σημαντικά περιθώρια χρηματοδότησης της αγοράς. Επομένως, η αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών δεν αναμένεται να οδηγήσει σε ουσιαστικό περιορισμό της πιστωτικής δραστηριότητας ούτε να μεταβάλει αισθητά τις συνθήκες χρηματοδότησης επιχειρήσεων και ιδιωτών.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η κίνηση της ΕΚΤ μπορεί να ερμηνευθεί και ως μήνυμα επιστροφής σε ένα πιο φυσιολογικό καθεστώς λειτουργίας της νομισματικής πολιτικής.
Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, η Ευρωζώνη επιχειρεί να αποσύρει σταδιακά ορισμένες από τις παρεμβάσεις που είχαν σχεδιαστεί για εξαιρετικές συνθήκες. Η ενίσχυση των υποχρεωτικών αποθεματικών εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική, καθώς περιορίζει το κόστος λειτουργίας του Ευρωσυστήματος χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τη συνολική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Συμπερασματικά, ο πιθανός διπλασιασμός των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεματικών συνιστά μία στοχευμένη τεχνική παρέμβαση με περιορισμένες αλλά μετρήσιμες συνέπειες για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς η ΕΚΤ επιδιώκει να μειώσει τις δαπάνες που συνεπάγεται η υπερβάλλουσα ρευστότητα και να καταστήσει πιο βιώσιμο το λειτουργικό της πλαίσιο, ενώ οι εμπορικές τράπεζες καλούνται να απορροφήσουν μια μικρή μείωση της κερδοφορίας τους.
