Οι εξοπλισμοί αρχίζουν στα υπουργικά συμβούλια, αλλά συχνά σκοντάφτουν στο ταμείο του προμηθευτή. Μια μικρή επιχείρηση μπορεί να διαθέτει χρήσιμη τεχνολογία, χωρίς τα κεφάλαια για να μετατρέψει μια παραγγελία σε γραμμή παραγωγής. Αυτό το κενό φιλοδοξεί να καλύψει η υπό σύσταση Τράπεζα Άμυνας, Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας, γνωστή ως DSRB. Το εγχείρημα επανέρχεται στην επικαιρότητα, αναδεικνύοντας ένα ερώτημα που αφορά άμεσα την Ελλάδα: ποιος θα χρηματοδοτήσει όχι μόνο την αγορά, αλλά και την παραγωγή της ασφάλειας;
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters στις 30 Αυγούστου, οι δεσμεύσεις αρχικών κεφαλαίων έφθαναν περίπου τα 5 δισ. ευρώ, με επιδιωκόμενο σχήμα 20 δισ. καταβεβλημένου κεφαλαίου και άλλων 80 δισ. διαθέσιμων προς καταβολή εφόσον χρειαστούν. Οι αριθμοί αποδίδονται σε αξιωματούχους που συμμετέχουν στο σχέδιο και δεν αποτελούν ολοκληρωμένη χρηματοδότηση. Γερμανία και Βρετανία δεν είχαν δεσμευθεί να ενταχθούν, δυσκολεύοντας την επιδίωξη της ανώτατης πιστοληπτικής αξιολόγησης ΑΑΑ, από την οποία εξαρτάται το χαμηλό κόστος δανεισμού.
Η πολιτική αφετηρία είναι σαφέστερη. Στις 7 Ιουλίου, ο Καναδάς και οκτώ εταίροι, ανάμεσά τους η Ελλάδα, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να ιδρύσουν τον οργανισμό, με στόχο λειτουργίας ήδη από το 2027. Πρόκειται, επομένως, για θεσμό υπό διαμόρφωση, όχι για τράπεζα που εκταμιεύει σήμερα δάνεια. Η ελληνική συμμετοχή στην πρωτοβουλία δημιουργεί δυνατότητα επιρροής στους κανόνες, όχι αυτόματο δικαίωμα χρηματοδότησης κάθε αμυντικού προγράμματος.
Η οικονομική λογική είναι να συνδυαστούν κρατικά κεφάλαια, άντληση πόρων από τις αγορές και εγγυήσεις προς εμπορικές τράπεζες. Έτσι, σύμφωνα με τους σχεδιαστές της DSRB, μπορούν να διευκολυνθούν μικρότεροι προμηθευτές και επενδύσεις διπλής χρήσης, στρατιωτικής και πολιτικής. Αναλυτικά, το όφελος δεν είναι μόνο ένα χαμηλότερο επιτόκιο. Είναι η δυνατότητα μιας επιχείρησης να χρηματοδοτήσει μηχανήματα, αποθέματα και προσωπικό πριν εισπράξει την πληρωμή μιας πολυετούς σύμβασης.
Αυτό, όμως, δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο. Αν ένα έργο καθυστερήσει ή αποτύχει, η εγγύηση μεταφέρει μέρος της ζημίας στον εγγυητή. Η επιτυχία απαιτεί αυστηρή αξιολόγηση αναδόχων, διαφανή επιλογή έργων και πληρωμές συνδεδεμένες με πραγματικές παραδόσεις. Χωρίς τέτοιους κανόνες, η φθηνότερη πίστωση μπορεί απλώς να χρηματοδοτήσει υπερκοστολογήσεις. Η αμυντική αναγκαιότητα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη οικονομικής βιωσιμότητας.
Επιπλέον, η νέα τράπεζα δεν εισέρχεται σε κενό πεδίο. Το ευρωπαϊκό SAFE προβλέπει δάνεια έως 150 δισ. ευρώ για κοινές αμυντικές προμήθειες. Στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Πειραιώς ανακοίνωσαν στις 16 Ιανουαρίου συμφωνία 100 εκατ. ευρώ για μικρομεσαίες και μεσαίες επιχειρήσεις ασφάλειας και άμυνας, με προσδοκώμενη κινητοποίηση χρηματοδότησης έως 200 εκατ. ευρώ. Άρα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η συμπληρωματικότητα και όχι η δημιουργία παράλληλων μηχανισμών με επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες.
Για την Αθήνα, το παραγωγικό στοίχημα είναι συγκεκριμένο: να συνδέσει τις εξοπλιστικές ανάγκες με ανταγωνιστικές εγχώριες επιχειρήσεις, πιστοποιήσεις, τεχνογνωσία και εξαγώγιμα προϊόντα. Αυτό προϋποθέτει ώριμα επιχειρηματικά σχέδια και συνεργασίες, όχι την προσδοκία ότι η συμμετοχή σε έναν διεθνή οργανισμό αρκεί για να δημιουργήσει βιομηχανία. Διαφορετικά, η πρόσθετη χρηματοδότηση θα μπορούσε να διευκολύνει κυρίως περισσότερες εισαγωγές.
Το συμπέρασμα είναι ότι η νέα τράπεζα θα αξίζει περισσότερο από μια ακόμη χρηματοδοτική εξαγγελία μόνο εφόσον μετατρέψει την πίστωση σε αξιόπιστη παραγωγική ικανότητα. Για την Ελλάδα, το μέτρο επιτυχίας δεν πρέπει να είναι πόσα δανείζεται για την άμυνα, αλλά πόση τεχνολογία, προστιθέμενη αξία και διατηρήσιμη παραγωγή παραμένουν στη χώρα.
