Η ενεργειακή κρίση που έχει προκύψει με την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει δημιουργήσει τεράστια πίεση στους προϋπολογισμούς όλων σχεδόν των χωρών, κυρίως όσων δεν είναι χώρες που παράγουν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο ή έχουν επενδύσει μαζικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η Ελλάδα δυστυχώς είναι σημαντικά εξαρτημένη τόσο από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, ενώ δεν έχει απεξαρτηθεί από τον λιγνίτη προσπαθώντας να επιταχύνει τις προσπάθειες της για αναζήτηση εναλλακτικών πηγών, ώστε να είναι συμβατή με τους βιώσιμους στόχους που έχει θέσει η ΕΕ.
Όμως το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα και αφορά τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις είναι η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η πολύ μεγάλη αύξηση των τιμολογίων ρεύματος σε βαθμό που πλέον το 45% των νοικοκυριών, αδυνατεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του με αποτέλεσμα τα ανεξόφλητα χρέη να υπερβαίνουν ήδη το 1 δις ευρώ πάρα τα συνεχόμενα μέτρα κυβερνητικής στήριξης, τα επιδόματα και τις ενέσεις ρευστότητας μέσω διαφόρων προγραμμάτων.
Άρα λοιπόν η κυβέρνηση πρόκειται να έρθει αντιμέτωπη με ένα πολύ ισχυρό πρόβλημα που δεν είναι άλλο από την ενεργειακή φτώχεια των νοικοκυριών από την μία και την βιωσιμότητα των επιχειρήσεων από την άλλη, αρχής γενομένης από τον προσεχή χειμώνα.
Τα έσοδα από τον τουρισμό είναι αμφίβολο για πόσο χρονικό διάστημα μπορούν να συνδράμουν σε πρόσθετα επιδόματα προς τους Έλληνες πολίτες, καθώς το φάντασμα του πληθωρισμού καλά κρατεί μειώνοντας σχεδόν καθημερινά το εισόδημα όων των πολιτών.
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση πρέπει να πιέσει τόσο την ΕΕ όσο και χώρες με τις οποίες έχει σημαντικές συμμαχίες στο εξωτερικό για την εισαγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και την επιτάχυνση των αντίστοιχων έργων υποδομής, όπως τα αιολικά πάρκα για παράδειγμα, μειώνοντας την σχετική γραφειοκρατία αδειοδότησης.
Τα δύσκολα και οι προκλήσεις βρίσκονται σίγουρα μπροστά μας, όμως με σωστό σχεδιασμό και θέληση, μπορεί η κυβέρνηση να περάσει τον κάβο αυτής της ιδιαίτερης και μοναδικής ενεργειακής συγκυρίας.
