Τα σενάρια μιας στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράν με εντολή του Ντόναλντ Τραμπ επανέρχονται στο προσκήνιο κάθε φορά που εντείνονται οι διαμαρτυρίες στο εσωτερικό της χώρας και κλιμακώνονται οι περιφερειακές εντάσεις. Η βασική υπόθεση εργασίας είναι αν μια περιορισμένη ή εκτεταμένη αμερικανική εμπλοκή θα μπορούσε να επιταχύνει την κατάρρευση του καθεστώτος των μουλάδων ή, αντίθετα, να το συσπειρώσει.
Ένα πρώτο σενάριο αφορά μια στοχευμένη επιχείρηση χαμηλής έντασης, με πλήγματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, κέντρα διοίκησης και εγκαταστάσεις που συνδέονται με το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα. Η λογική εδώ είναι η αποδυνάμωση της κρατικής ικανότητας καταστολής, ώστε οι εσωτερικές διαμαρτυρίες να αποκτήσουν δυναμική.
Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου τύπου πλήγματα συχνά ενισχύουν τον εθνικισμό και επιτρέπουν στο καθεστώς να εμφανιστεί ως αμυνόμενο απέναντι σε ξένη επίθεση, περιορίζοντας τον αντίκτυπο της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Ένα δεύτερο σενάριο προβλέπει εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία, με στόχο όχι μόνο την αποτροπή του πυρηνικού προγράμματος αλλά και τη στρατηγική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να πλήξει την οικονομία, τις ένοπλες δυνάμεις και τα δίκτυα των Φρουρών της Επανάστασης, αυξάνοντας το κόστος διακυβέρνησης.
Παρ’ όλα αυτά, η άμεση «αλλαγή καθεστώτος» μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη, καθώς απουσιάζει μια ενιαία, οργανωμένη εσωτερική εναλλακτική εξουσία που θα μπορούσε να καλύψει το κενό.
Υπάρχει επίσης το σενάριο της έμμεσης εμπλοκής, με ενίσχυση της πίεσης μέσω κυρώσεων, κυβερνοεπιχειρήσεων και υποστήριξης περιφερειακών αντιπάλων του Ιράν. Σε αυτή την περίπτωση, οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν να διαβρώσουν την ικανότητα του καθεστώτος να ελέγχει την κοινωνία και να χρηματοδοτεί τις περιφερειακές του δραστηριότητες, ποντάροντας στη σωρευτική φθορά. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από το αν οι κοινωνικές αντιδράσεις μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική εναλλακτική χωρίς να πνιγούν από την καταστολή.
Με βάση τα παραπάνω, οι πιθανές αντιδράσεις της Τεχεράνης σε οποιαδήποτε μορφή στρατιωτικής εμπλοκής θα ήταν κλιμακωτές. Σε χαμηλό επίπεδο, το Ιράν θα μπορούσε να απαντήσει με επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων του σε αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, με κυβερνοεπιχειρήσεις και με απειλές για τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο.
Σε υψηλότερο επίπεδο, δεν αποκλείονται απευθείας πλήγματα σε βάσεις συμμάχων των ΗΠΑ, καθώς και προσπάθειες αποσταθεροποίησης γειτονικών κρατών, μετατρέποντας την κρίση σε περιφερειακή σύγκρουση.
Για το Ισραήλ, μια αμερικανική επέμβαση θα είχε διττή ανάγνωση. Από τη μία, θα περιόριζε, έστω προσωρινά, τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες και τα δίκτυα που απειλούν άμεσα την ισραηλινή ασφάλεια. Από την άλλη, θα αύξανε τον κίνδυνο αντιποίνων μέσω Χεζμπολάχ στον Λίβανο, μέσω ομάδων στη Συρία και στη Γάζα, καθώς και μέσω ασύμμετρων επιθέσεων, επιβαρύνοντας το ήδη εύθραυστο περιβάλλον ασφάλειας.
Οι συνέπειες για τη Μέση Ανατολή συνολικά θα μπορούσαν να είναι βαθιές. Μια περιορισμένη σύγκρουση ίσως ενισχύσει τις υφιστάμενες γραμμές αντιπαράθεσης χωρίς να τις ανατρέψει. Μια εκτεταμένη σύγκρουση, όμως, θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, να αποσταθεροποιήσει κράτη-κλειδιά, να διαταράξει ενεργειακές ροές και να οξύνει τις κοινωνικές εντάσεις σε μια ήδη πολωμένη περιοχή. Το ενδεχόμενο λαϊκής εξέγερσης στο Ιράν, αντί να οδηγήσει αυτόματα σε μετάβαση, μπορεί να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην καταστολή και στην πολεμική συσπείρωση.
Συμπερασματικά, μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράν, ακόμη και με στοχευμένο σχεδιασμό, δύσκολα εγγυάται την κατάρρευση του καθεστώτος, ενώ ενέχει σοβαρό κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης. Η έκβαση θα εξαρτηθεί λιγότερο από τη στρατιωτική ισχύ και περισσότερο από το αν οι εσωτερικές κοινωνικές διεργασίες μπορούν να μετασχηματιστούν σε βιώσιμη πολιτική αλλαγή χωρίς να παρασυρθούν από τη λογική της σύγκρουσης.
