Η ακύρωση της προγραμματισμένης συνάντησης μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποτελεί μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη, με πολλαπλές πιθανές ερμηνείες και επιπτώσεις στα εθνικά θέματα Ελλάδας – Τουρκίας.
Το γεγονός ότι η Τουρκία ανακοίνωσε την ακύρωση μονομερώς επικαλούμενη φόρτο εργασιών, άλλες υποχρεώσεις και το ότι η Αθήνα έσπευσε να δημοσιοποιήσει τη συνάντηση αντί να συμφωνηθεί κοινή ανακοίνωση μετά υπογραμμίζει ότι πίσω από τη φαινομενική δικαιολογία ενδέχεται να κρύβεται μια στρατηγική επιλογή τουρκικής πλευράς.
Από την πλευρά της Τουρκίας, η απόφαση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια να επιβεβαιώσει τη δική της αυτόνομη στρατηγική, ιδιαίτερα έναντι των ΗΠΑ και των αραβικών κρατών. Ο Ερντογάν επιδιώκει συχνά να έχει απευθείας διαύλους επιρροής σε χώρες της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου, αλλά και να μην εμφανίζεται ως υποτελής σε αμερικανικά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ακύρωση της συνάντησης με την Ελλάδα μπορεί να υπηρετεί το μήνυμα ότι η Τουρκία δεν εγκλωβίζεται σε μια σχέση διαπραγμάτευσης υπό το πρίσμα των ελληνικών διεκδικήσεων, αλλά διεκδικεί να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιφερειακή σκακιέρα.
Ειδικά, η υπόθεση της συμμετοχής της Chevron στις έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο σε αυτό το παιχνίδι. Όταν ο κ. Μητσοτάκης ερωτήθηκε για αυτή τη συμμετοχή, απάντησε ότι δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσει η Ελλάδα με την Τουρκία σχετικά με τη Chevron, αφού, όπως είπε, η Ελλάδα ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα και η Chevron τα αναγνωρίζει.
Από τουρκικής πλευράς, είναι εύλογο να θεωρήσουν ότι με τη Chevron η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της στις έρευνες υδρογονανθράκων με ξένες εταιρείες, πιθανώς υπονομεύοντας τουρκικές αξιώσεις ή να αναμειχθούν τρίτα κράτη και δυνάμεις στο θέμα. Η ακύρωση της συνάντησης μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη δυσαρέσκειας της Τουρκίας απέναντι σε αυτή τη δυναμική ή ως προειδοποίηση ότι δεν θα εγκλιματιστεί υποχρεωτικά σε μια διαδικασία διαλόγου που η ίδια δεν ελέγχει.
Επί της ουσίας, η ακύρωση αυτή δημιουργεί ρήγματα στο κλίμα εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα προφανώς θα αντιμετωπίσει αυτό το γεγονός ως ένδειξη ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί τουλάχιστον σε αυτή τη φάση να δεσμευθεί σε διαπραγματεύσεις υψηλού επιπέδου ή να προχωρήσει σε αυτοσυγκράτηση. Η ελληνική πλευρά μπορεί να ερμηνεύσει ότι υπάρχει μια σκόπιμη επιδίωξη να δημιουργηθεί ψυχρότητα, να υπονομευθεί η διπλωματική πρωτοβουλία της Αθήνας και ενδεχομένως να τεθούν εμπόδια σε μελλοντικές επαφές.
Παρά το γεγονός ότι και οι δύο χώρες έχουν διατηρήσει, ειδικά το τελευταίο διάστημα, μια προσπάθεια για ανοίγματα και αποσυμπίεση, η ακύρωση έρχεται να υπογραμμίσει ότι κάθε άνοιγμα εξακολουθεί να εξαρτάται από τη θέληση της Τουρκίας.
Συμπερασματικά, η ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν με ευθύνη της Τουρκίας υποδηλώνει ότι η Άγκυρα επιλέγει προς το παρόν μια πιο μονομερή, ισχυρο-κεντρική στρατηγική, αδιαφορώντας ενδεχομένως για διπλωματικά κόστη, και αποσκοπώντας να διαμορφώσει το πεδίο των εντός συζήτησης θεμάτων με όρους που η ίδια καθορίζει. Για τα εθνικά θέματα της Ελλάδας, αυτό αποτελεί προειδοποίηση ότι η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη συνέχεια θετικών επαφών, αλλά καλείται να προετοιμαστεί για αυξημένη ένταση και να εκμεταλλευτεί όλα τα διπλωματικά και διεθνή της ερείσματα.
