Οι επικείμενες συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν στην Κωνσταντινούπολη συνιστούν μια από τις πιο κρίσιμες διπλωματικές στιγμές των τελευταίων ετών στη Μέση Ανατολή, καθώς έρχονται σε μια χρονική συγκυρία όπου η στρατιωτική κλιμάκωση έμοιαζε όχι απλώς πιθανή, αλλά σχεδόν αναπόφευκτη.
Με σημαντικές αμερικανικές δυνάμεις να έχουν αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και με την Τεχεράνη να βρίσκεται υπό ασφυκτική πολιτική, οικονομική και κοινωνική πίεση, η επιλογή του διαλόγου λειτουργεί ως ύστατο ανάχωμα πριν από μια σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Στο τραπέζι των συνομιλιών αναμένεται να βρεθούν πρόσωπα με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος και συμβολισμό, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ, ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Μέση Ανατολή, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, με τη συμμετοχή περιφερειακών παικτών, όπως η Τουρκία, το Κατάρ και η Αίγυπτος, γεγονός που προσδίδει στις επαφές χαρακτήρα πολυμερούς διαχείρισης κρίσης.
Το γεγονός ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να εξετάσει ακόμη και το πάγωμα ή την αναστολή του πυρηνικού της προγράμματος, υποδηλώνει ότι το ιρανικό καθεστώς αντιλαμβάνεται πλέον το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης ως υπαρξιακή απειλή.
Η εξέλιξη αυτή δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη μια πλήρη στροφή της ιρανικής στρατηγικής, αλλά μάλλον μια τακτική υποχώρησης με στόχο την επιβίωση. Το καθεστώς της Τεχεράνης έχει αποδείξει διαχρονικά ότι προτιμά ευέλικτους ελιγμούς αντί της ανοιχτής ρήξης όταν απειλείται άμεσα η σταθερότητά του.
Με αυτό τον τρόπο, μια συμφωνία ή έστω μια προσωρινή αποκλιμάκωση θα μπορούσε να του προσφέρει πολύτιμο χρόνο, να αμβλύνει τις κοινωνικές εντάσεις στο εσωτερικό και να αποτρέψει ένα στρατιωτικό πλήγμα που θα έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια του την ύπαρξη.
Για τις ΗΠΑ, οι συνομιλίες αποτελούν επίσης μια διέξοδο από ένα επικίνδυνο στρατιωτικό σπιράλ. Μια επίθεση κατά του Ιράν θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, να εμπλέξει συμμάχους και αντιπάλους και να οδηγήσει σε μακροχρόνια αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Η διπλωματία, ακόμη και αν οδηγήσει σε έναν εύθραυστο συμβιβασμό, επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να εμφανιστεί ως δύναμη ελέγχου και όχι ως καταλύτης χάους.
Σε ευρύτερο περιφερειακό επίπεδο, μια αλλαγή στάσης του Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει παράθυρο ευκαιρίας για μερική αποκλιμάκωση σε πολλαπλά μέτωπα, από τον Λίβανο και τη Συρία έως την Υεμένη και τον Περσικό Κόλπο. Ωστόσο, οι προοπτικές ειρήνευσης παραμένουν περιορισμένες, καθώς η δυσπιστία μεταξύ των εμπλεκομένων είναι βαθιά και οι συγκρουόμενες στρατηγικές επιδιώξεις δύσκολα γεφυρώνονται πλήρως. Περισσότερο ρεαλιστική μοιάζει η προοπτική μιας ελεγχόμενης έντασης, όπου η σύγκρουση δεν εξαφανίζεται, αλλά τίθεται υπό διαχείριση.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως οι συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη δεν αποτελούν λύση όλων των προβλημάτων, αλλά μια κρίσιμη ανάσα πριν από τον γκρεμό. Δείχνουν ότι τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη αναγνωρίζουν τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και επιλέγουν, έστω προσωρινά, τον δρόμο της διαπραγμάτευσης, με το Ιράν να επιδιώκει πρωτίστως την επιβίωση του καθεστώτος του και τη Μέση Ανατολή να κερδίζει, προς το παρόν, λίγο ακόμη χρόνο μακριά από μια γενικευμένη σύρραξη.
