ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η παχυσαρκία δεν εμφανίζεται στον κρατικό προϋπολογισμό ως ξεχωριστή δαπάνη. Ο λογαριασμός της, όμως, μοιράζεται ανάμεσα στα νοσοκομεία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στις επιχειρήσεις και στις οικογένειες. Νέα ευρωπαϊκή μελέτη εκτιμά ότι το αυξημένο σωματικό βάρος επιβαρύνει την ελληνική οικονομία κατά 3,4 δισ. ευρώ τον χρόνο, ποσό ίσο με περίπου 1,4% του ΑΕΠ. Το εύρημα μετατρέπει ένα γνώριμο πρόβλημα υγείας σε ζήτημα παραγωγικότητας και δημοσιονομικής αντοχής.

Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία δημοσιεύθηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου από το Office of Health Economics. Η έρευνα καλύπτει οκτώ ευρωπαϊκές χώρες και συνδέει τον αυξημένο δείκτη μάζας σώματος με 278.000 θανάτους και σχεδόν οκτώ εκατομμύρια χαμένα έτη υγιούς ζωής ετησίως. Η Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζουν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρώπη, το 56% του πληθυσμού είναι υπέρβαρο ή ζει με παχυσαρκία, ενώ το ίδιο ισχύει για ένα στα τρία παιδιά.

Για την Ελλάδα, η μελέτη αποδίδει 2,3 δισ. ευρώ σε άμεσες δαπάνες υγείας και 1,1 δισ. σε έμμεσες απώλειες. Ο διαβήτης τύπου 2 αντιπροσωπεύει 900 εκατ. ευρώ, οι μυοσκελετικές παθήσεις 400 εκατ. και τα καρδιαγγειακά νοσήματα 200 εκατ. Άλλα 600 εκατ. προκύπτουν ισόποσα από απουσίες και μειωμένη απόδοση στην εργασία. Η άτυπη φροντίδα ασθενών, η οικονομική αδράνεια και η πρόωρη θνησιμότητα συμπληρώνουν τον λογαριασμό.

Οι αριθμοί χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Δεν είναι καταγεγραμμένες πληρωμές ενός δημόσιου λογιστικού βιβλίου, αλλά μοντελοποιημένες εκτιμήσεις που αποδίδουν μέρος του κόστους πολλών ασθενειών στον αυξημένο δείκτη μάζας σώματος. Επιπλέον, η έρευνα ανατέθηκε και χρηματοδοτήθηκε από την ευρωπαϊκή ομοσπονδία φαρμακευτικών επιχειρήσεων EFPIA. Η γνωστοποίηση αυτή δεν ακυρώνει τα ευρήματα, επιβάλλει όμως ανεξάρτητο έλεγχο των παραδοχών και ιδιαίτερη προσοχή όταν οι προτάσεις πολιτικής περιλαμβάνουν φαρμακευτικές θεραπείες.

Η ευρύτερη εικόνα, πάντως, δεν αμφισβητείται εύκολα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφει υπερδιπλασιασμό της παχυσαρκίας ενηλίκων από το 1990 και επισημαίνει ότι πρόκειται για χρόνια, σύνθετη νόσο με κοινωνικές και περιβαλλοντικές αιτίες. Ο ΟΟΣΑ έχει επίσης τεκμηριώσει ότι η παχυσαρκία μειώνει το προσδόκιμο ζωής, αυξάνει τις δαπάνες υγείας και περιορίζει την απασχόληση. Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κόστος, αλλά ποια παρέμβαση το μειώνει αποτελεσματικότερα.

Εδώ αρχίζει η ανάλυση. Μια σοβαρή εθνική στρατηγική δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε σε συμβουλές ατομικής πειθαρχίας ούτε σε μια συνταγή φαρμάκου. Χρειάζεται πρόληψη από το σχολείο, πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα, ασφαλής καθημερινή κίνηση στις πόλεις, έγκαιρη διάγνωση, διατροφική υποστήριξη και θεραπεία με σαφή κριτήρια. Κάθε μέτρο πρέπει να αξιολογείται με πραγματικά δεδομένα για την υγεία, την ποιότητα ζωής και την παραγωγικότητα, χωρίς στιγματισμό των ασθενών και χωρίς σύγκρουση συμφερόντων.

Το συμπέρασμα είναι ότι τα 3,4 δισ. ευρώ δεν αποτελούν έναν ακριβή λογαριασμό που μπορεί αύριο να μηδενιστεί. Είναι όμως μια ισχυρή ένδειξη για το τίμημα της αδράνειας. Αν η Ελλάδα αντιμετωπίσει την παχυσαρκία ως οικονομική και κοινωνική πολιτική, όχι μόνο ως προσωπική αποτυχία, μπορεί να κερδίσει υγιέστερα χρόνια ζωής, ανθεκτικότερο σύστημα υγείας και περισσότερη παραγωγική εργασία. Η σωστή επένδυση δεν είναι η ακριβότερη θεραπεία, αλλά ο συνδυασμός παρεμβάσεων που αποδεικνύεται ότι αποδίδει.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top