Η έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη υποσχέθηκε υψηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερο κόστος. Βραχυπρόθεσμα, όμως, δημιουργεί το αντίθετο πρόβλημα: τεράστια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, κέντρα δεδομένων, προηγμένα τσιπ και εξειδικευμένο προσωπικό, ακριβώς τη στιγμή που ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ανακαλύπτει έτσι ότι το βασικό της εργαλείο, το υψηλό επιτόκιο, φρενάρει κυρίως όσους δεν βρίσκονται στον πυρήνα της τεχνολογικής έκρηξης.

Τα επιβεβαιωμένα δεδομένα εξηγούν το δίλημμα. Ο αμερικανικός πληθωρισμός αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο κατά 3,7% σε ετήσια βάση, ενώ η Fed συνεδριάζει στις 27 και 28 Οκτωβρίου με το βασικό επιτόκιο στο 3,75% έως 4%. Οι αγορές θεωρούν πιθανότερη την αναμονή, όμως η συζήτηση για νέα αύξηση δεν έχει κλείσει. Αξιωματούχοι επισημαίνουν πλέον ότι η επενδυτική ορμή της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει τη ζήτηση και μπορεί να παρατείνει τις πιέσεις στις τιμές.

Η ασυμμετρία είναι κρίσιμη. Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος των επενδύσεών τους από ισχυρές ταμειακές ροές, μακροχρόνια συμβόλαια και πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Μια αύξηση επιτοκίων δεν ακυρώνει εύκολα ένα στρατηγικό κέντρο δεδομένων, όταν η διοίκηση θεωρεί ότι διακυβεύεται η θέση της στην αγορά. Αντίθετα, επηρεάζει αμέσως τη μικρή επιχείρηση που χρειάζεται δάνειο για εξοπλισμό, τον κατασκευαστή κατοικιών και το νοικοκυριό που αναχρηματοδοτεί χρέος. Το φάρμακο της νομισματικής πολιτικής δρα, αλλά όχι κατ’ ανάγκην πάνω στην εστία της υπερθέρμανσης.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει περιγράψει το πρόβλημα πιο θεσμικά. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί τελικά να αυξήσει την προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές, όμως στη φάση της ταχείας διάδοσης προκαλεί ταυτόχρονα ανοδικές και καθοδικές πιέσεις. Οι ελλείψεις σε ενέργεια, υποδομές και συνδεσιμότητα δυσκολεύουν τη διάγνωση του πληθωρισμού, ενώ η άνιση υιοθέτηση αποδυναμώνει τη συμβατική μετάδοση των επιτοκίων. Το Ταμείο προειδοποιεί παράλληλα ότι μια διόρθωση στις υπερτιμημένες τεχνολογικές μετοχές μπορεί να ενισχυθεί από μόχλευση και συγκεντρωμένα ανοίγματα.

Εδώ βρίσκεται η ευρωπαϊκή και ελληνική διάσταση. Όταν η Fed κρατά ψηλά τα επιτόκια, στηρίζει το δολάριο και αυξάνει το διεθνές κόστος κεφαλαίου. Η πίεση περνά σε κρατικά ομόλογα, επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις και ενεργειακές εισαγωγές. Οι μικρότερες οικονομίες κινδυνεύουν έτσι να πληρώνουν το τίμημα μιας επενδυτικής άνθησης που πραγματοποιείται κυρίως αλλού, χωρίς να εισπράττουν στον ίδιο βαθμό τα οφέλη παραγωγικότητας. Για την Ελλάδα, η απάντηση δεν είναι να απομακρυνθεί από την τεχνολογία, αλλά να διευρύνει την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε υπολογιστική ισχύ, δεξιότητες και χρηματοδότηση.

Το συμπέρασμα είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί ακόμη καθαρό αποπληθωριστικό δώρο. Προτού μειώσει το κόστος, απαιτεί μια δαπανηρή περίοδο οικοδόμησης υποδομών, η οποία επιβαρύνει ενέργεια και κεφάλαιο. Αν οι κεντρικές τράπεζες απαντήσουν μόνο με γενικές αυξήσεις επιτοκίων, το βάρος θα πέσει δυσανάλογα στους πιο πιστωτικά εξαρτημένους. Η σωστή πολιτική χρειάζεται σταθερότητα τιμών, αλλά και στοχευμένες επενδύσεις σε δίκτυα, ανταγωνισμό και διάχυση της τεχνολογίας. Διαφορετικά, η νέα παραγωγικότητα θα χρηματοδοτηθεί από την παλιά οικονομία, πριν προλάβει να την ωφελήσει.

 

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top