Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, η ενεργειακή κρίση μετριέται πλέον με έναν απλό υπολογισμό: πόσα χρήματα απομένουν αφού πληρωθούν το ηλεκτρικό ρεύμα, η θέρμανση και οι μετακινήσεις. Με αυτή την πίεση να μεταφέρεται στην κατανάλωση και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, η Σύνοδος Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες καλείται να συνδυάσει την άμεση ανακούφιση με τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια. Η επίσημη ατζέντα προβλέπει στοχευμένες και προσωρινές παρεμβάσεις, παράλληλα με τη στρατηγική περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση της Κομισιόν για συγκέντρωση της ευρωπαϊκής ζήτησης και κοινές ενεργειακές προμήθειες, αξιοποιώντας την εμπειρία του φυσικού αερίου. Η πιθανή επέκταση στο πετρέλαιο δημιουργεί προσδοκίες, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνιστεί ποια προϊόντα θα καλύπτει. Η λογική είναι εύλογη: μεγαλύτεροι όγκοι μπορούν να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική θέση των αγοραστών. Ωστόσο, η συλλογική αγορά δεν εξασφαλίζει αυτομάτως χαμηλές τιμές όταν η διεθνής προσφορά παραμένει περιορισμένη.
Επομένως, οι ηγέτες πρέπει να συμφωνήσουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, σαφείς κανόνες συμμετοχής και τρόπο ελέγχου του αποτελέσματος. Διαφορετικά, ο μηχανισμός κινδυνεύει να παραμείνει πολιτική εξαγγελία. Παράλληλα, χρειάζεται προσωρινή στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών και των βιώσιμων επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, ενώ συχνά ενισχύουν και καταναλωτές που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική αντοχή.
Στις προτάσεις περιλαμβάνονται, επίσης, μειώσεις στη φορολογία ηλεκτρικής ενέργειας και επιδοτήσεις περιορισμένης διάρκειας. Για να αποδώσουν, απαιτούν διαφάνεια στους λογαριασμούς και εποπτεία της αγοράς, ώστε η ελάφρυνση να φτάνει στον καταναλωτή. Αντίστοιχα, η ιταλική επιδίωξη περιορισμού της επίδρασης του ακριβού φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή αξίζει να εξεταστεί, με προσεκτική αποτίμηση της χρηματοδότησης και των επιπτώσεων στις διασυνοριακές συναλλαγές.
Η Ελλάδα προσέρχεται ζητώντας να αναγνωριστεί ο επείγων χαρακτήρας της παρέμβασης και να διατηρηθεί περιθώριο προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας. Συγκλίνει με την Ιταλία στην ανάγκη προσωρινής ανακούφισης, χωρίς αυτό να σημαίνει ταύτιση σε κάθε εργαλείο. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του επιτρόπου Ενέργειας, Αθήνα και Ρώμη έχουν αξιοποιήσει τη σχετική δυνατότητα εθνικής δημοσιονομικής ευελιξίας.
Για την Αθήνα, όμως, η ουσιαστική διεκδίκηση πρέπει να περιλαμβάνει και επενδύσεις σε διασυνδέσεις, αποθήκευση και εξοικονόμηση. Η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές χρειάζεται δίκτυα που μπορούν να τη μεταφέρουν και υποδομές που επιτρέπουν την αξιοποίησή της όταν υπάρχει ζήτηση. Διαφορετικά, η ενεργειακή μετάβαση δυσκολεύεται να μεταφραστεί σε σταθερότερο κόστος για νοικοκυριά και παραγωγή.
Πάντως, παραμένει δύσκολη η συζήτηση για το σύστημα εμπορίας εκπομπών. Η ανακούφιση της βιομηχανίας χρειάζεται να συνδυαστεί με προβλέψιμους κανόνες, ώστε να διατηρηθούν τα κίνητρα για καθαρότερες επενδύσεις. Παράλληλα, η δημοσιονομική δυνατότητα κάθε κυβέρνησης δεν πρέπει να καθορίζει μόνη της πόση προστασία απολαμβάνουν οι πολίτες της. Μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση οφείλει να περιορίζει και αυτές τις ανισότητες.
Συμπερασματικά, οι προοπτικές εξαρτώνται τόσο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις όσο και από την ταχύτητα εφαρμογής των αποφάσεων. Καμία σύνοδος δεν μπορεί να εγγυηθεί άμεση αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, όμως, μπορεί να οργανώσει αποτελεσματικότερες προμήθειες, δικαιότερη στήριξη και ταχύτερες επενδύσεις.
