Πολύ πρόσφατα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν δύο σχεδόν αντίθετες προσεγγίσεις στο ερώτημα για το ποιος ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη όταν αυτή αρχίζει να αποφασίζει για την εργασία, την ασφάλεια και τα δικαιώματα. Στην Ουάσιγκτον, ο Λευκός Οίκος επέλεξε την αυτορρύθμιση των μεγαλύτερων εταιρειών. Από την άλλη, στην Καλιφόρνια, όπου εδρεύουν πολλές από αυτές, η πολιτεία επέλεξε νόμους με συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη φιλοσοφία της ρύθμισης αλλά προαναγγέλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργήσουν επιχειρήσεις και εργαζόμενοι διεθνώς.
Μέχρι στιγμής τα επιβεβαιωμένα γεγονότα είναι σαφή. Πιο συγκεκριμένα, στις 29 Σεπτεμβρίου, έξι όμιλοι, μεταξύ των οποίων Nvidia, OpenAI, Anthropic, Meta και Google, υπέγραψαν εθελοντική συμφωνία στον Λευκό Οίκο. Η συμφωνία αυτή προβλέπει ισχυρούς εσωτερικούς ελέγχους, ανεξάρτητους εξωτερικούς αξιολογητές και επιτροπές στα διοικητικά συμβούλια. Δεν προβλέπει όμως κυρώσεις ή συγκεκριμένο μηχανισμό επιβολής. Ο πρόεδρος Τραμπ τη χαρακτήρισε την συμφωνία ηθικά δεσμευτική, ενώ το ίδιο το κείμενο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι δεσμεύσεις να γίνουν κάποτε νόμος.
Μία ημέρα αργότερα, η πολιτεία της Καλιφόρνιας υπέγραψε δέσμη κανόνων για την τεχνητή νοημοσύνη στην εργασία. Οι εργοδότες δεν μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά σε αλγόριθμο για απόλυση ή πειθαρχική απόφαση, αλλά οφείλουν να γνωστοποιούν αν μια μαζική απόλυση συνδέεται με σύστημα τεχνητής νοημοσύνης και δεν μπορούν να χρησιμοποιούν εργαλεία επιτήρησης σε χώρους υγιεινής. Παράλληλα, η πολιτεία θεσπίζει μητρώο ελεγκτών και πρότυπα ανεξαρτησίας για όσους αξιολογούν μοντέλα και συστήματα.
Βέβαια, η ομοσπονδιακή επιλογή έχει ένα πραγματικό πλεονέκτημα καθώς μπορεί να κινηθεί άμεσα και να αξιοποιήσει τεχνική γνώση που συχνά λείπει από το κράτος. Η αδυναμία της είναι εξίσου πραγματική, καθώς όταν η εταιρεία επιλέγει τον ελεγκτή, κρατά τα αποτελέσματα ιδιωτικά και δεν κινδυνεύει με ποινή, ενώ ο έλεγχος μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό φήμης. Το πρόβλημα εντείνεται επειδή οι ίδιες επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για ταχύτητα, επενδύσεις και μερίδιο αγοράς. Σε τέτοιες συνθήκες, η καλή πρόθεση δεν εξουδετερώνει τα οικονομικά κίνητρα.
Πρακτικά, η Καλιφόρνια που φιλοξενεί τις σημαντικότερες εταιρίες τεχνολογίας αντιστρέφει τη λογική, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα. Οι κανόνες της εισάγουν ανθρώπινη ευθύνη εκεί όπου μια αυτοματοποιημένη απόφαση μπορεί να στερήσει την εργασία ή την ιδιωτικότητα. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν αποκτούν ιδιωτικό δικαίωμα αγωγής και η εφαρμογή εξαρτάται από τις δημόσιες αρχές. Η αποτελεσματικότητα, επομένως, θα κριθεί από τους ελέγχους, τους πόρους και την ικανότητα να αποδεικνύεται πότε ένας αλγόριθμος επηρέασε πράγματι μία απόφαση.
Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη βρίσκεται πιο κοντά στο καλιφορνέζικο μοντέλο, αλλά με μεγαλύτερη χρονική απόσταση. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (EU AI Act) προβλέπει έρευνες, πρόσβαση σε μοντέλα και πρόστιμα που, για τις βαρύτερες παραβάσεις, μπορούν να φθάσουν τα 35 εκατ. ευρώ ή το 7% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών. Μάλιστα οι ειδικοί κανόνες για συστήματα υψηλού κινδύνου στην απασχόληση θα εφαρμοστούν από τον Δεκέμβριο του 2027. Αυτό δίνει στις επιχειρήσεις χρόνο προσαρμογής, αλλά αφήνει και ένα παράθυρο αβεβαιότητας.
Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι η συζήτηση περνά από την αρχική ανάγκη εποπτείας, στο ποιος λογοδοτεί όταν η εποπτεία αποτυγχάνει. Η αυτορρύθμιση μπορεί να προσφέρει ταχύτητα και τεχνική ευελιξία, όχι όμως από μόνη της εμπιστοσύνη. Ο νόμος μπορεί να δημιουργήσει λογοδοσία, όχι όμως χωρίς ανεξάρτητους ελεγκτές και αποτελεσματική επιβολή.
Σε κάθε περίπτωση, το βιώσιμο μοντέλο χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης, θα πρέπει να συνδυάσει ταχύτητα, διαφάνεια και πραγματικές συνέπειες σε περίπτωση παραβάσεων, διαφορετικά θα συνεχίσει να εξελίσσεται γρηγορότερα από τους θεσμούς που υποτίθεται ότι την ελέγχουν.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός
