ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΖΩΗΣ
3 Οκτωβρίου 2026 | 526 λέξεις
Ο ελληνικός πληθωρισμός έκανε τον Σεπτέμβριο ένα άλμα που δύσκολα χωρά σε καθησυχαστικές αναγνώσεις. Ο εναρμονισμένος δείκτης αυξήθηκε στο 5,1% από 3,7% τον Αύγουστο, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα βρισκόταν στο 1,8%. Την ίδια στιγμή, όμως, οι τιμές των τροφίμων, των αλκοολούχων ποτών και του καπνού στην Ελλάδα κατέγραψαν ετήσια μεταβολή μείον 0,2%. Η αντίφαση δεν είναι στατιστικό παράδοξο. Δείχνει ότι το νέο κύμα ακρίβειας έχει διαφορετική προέλευση και απαιτεί διαφορετικές απαντήσεις από εκείνες της προηγούμενης κρίσης.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία της Eurostat είναι σαφή. Η Ελλάδα είχε τον πέμπτο υψηλότερο πληθωρισμό στην ευρωζώνη και τη δεύτερη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο τιμών, κατά 1,8%. Στο σύνολο της νομισματικής ένωσης ο δείκτης ανέβηκε στο 3,8% από 3,2%, υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών. Η ενέργεια αυξήθηκε κατά 18,8%, οι υπηρεσίες κατά 3,2%, τα τρόφιμα κατά 1,4% και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά κατά 1,1%. Τα πλήρη στοιχεία για τις επιμέρους ελληνικές κατηγορίες θα δημοσιευθούν στις 16 Οκτωβρίου.
Η πρώτη ασφαλής ανάγνωση είναι ότι τα τρόφιμα δεν εξηγούν τη μεγάλη ελληνική επιτάχυνση. Ο σχετικός δείκτης είχε κινηθεί στο μείον 0,3% τον Ιούλιο, στο 0,1% τον Αύγουστο και επέστρεψε σε αρνητικό έδαφος τον Σεπτέμβριο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το καλάθι του νοικοκυριού έγινε φθηνό, καθώς οι προηγούμενες αυξήσεις έχουν ενσωματωθεί στο επίπεδο των τιμών. Σημαίνει μόνο ότι, σε σύγκριση με πέρυσι, η συγκεκριμένη κατηγορία έπαψε προσωρινά να τροφοδοτεί τον γενικό δείκτη.
Η εικόνα της ευρωζώνης δείχνει προς την ενέργεια, χωρίς να επιτρέπει ακόμη βεβαιότητα για το ακριβές ελληνικό μείγμα. Το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα καύσιμα ώθησαν τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό πάνω από τις προβλέψεις. Παράλληλα, ο δομικός δείκτης, που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, αυξήθηκε οριακά στο 2,5% από 2,4%. Αυτή η μικρή μεταβολή υποδηλώνει ότι το σοκ δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε γενικευμένο σπιράλ μισθών και τιμών, αλλά δεν εγγυάται ότι η μετάδοση θα αποφευχθεί.
Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το μήνυμα είναι διπλό. Η απόσταση από τον στόχο του 2% ενισχύει τις φωνές υπέρ νέων αυξήσεων επιτοκίων. Από την άλλη πλευρά, το ήδη υψηλό κόστος δανεισμού και η αναταραχή στις αγορές ομολόγων συνηγορούν υπέρ της αναμονής. Οι αγορές θεωρούν πιθανότερη μια κίνηση αργότερα και όχι άμεσα, όμως κάθε νέα άνοδος της ενέργειας μπορεί να αλλάξει γρήγορα τις προσδοκίες. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ακριβότερη πίστωση ακριβώς τη στιγμή που νοικοκυριά και επιχειρήσεις χρειάζονται ρευστότητα.
Η πολιτική απάντηση πρέπει επίσης να διακρίνει τις αιτίες. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις μειώνουν προσωρινά τον λογαριασμό, αλλά κοστίζουν ακριβά και συχνά επιδοτούν την κατανάλωση ανεξάρτητα από την ανάγκη. Πιο αποτελεσματική είναι η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων, μαζί με παρεμβάσεις που μειώνουν μόνιμα την ενεργειακή εξάρτηση, όπως δίκτυα, αποθήκευση, εξοικονόμηση και ανταγωνιστικότερη αγορά. Ταυτόχρονα, η υποχώρηση του πληθωρισμού τροφίμων χρειάζεται παρακολούθηση, όχι πρόωρους πανηγυρισμούς, καθώς νέες ανατιμήσεις σε γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν ήδη ανακοινωθεί.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο πληθωρισμός του 5,1% δεν περιγράφει μία ενιαία αγορά. Κρύβει τρόφιμα που προς το παρόν σταθεροποιούνται, ενέργεια που αναζωπυρώνει την ακρίβεια και υπηρεσίες που διατηρούν υποκείμενες πιέσεις. Η σωστή πολιτική δεν είναι να αντιμετωπίσει όλους τους αριθμούς με το ίδιο εργαλείο, αλλά να προστατεύσει τα εισοδήματα χωρίς να μονιμοποιήσει δαπάνες και να περιορίσει την πηγή του κόστους. Διαφορετικά, η προσωρινή ενεργειακή έξαρση κινδυνεύει να μετατραπεί σε νέο γύρο γενικευμένων αυξήσεων.
