Οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, η αβεβαιότητα γύρω από την παγκόσμια ασφάλεια και η αναμενόμενη επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και της ενίσχυσης της άμυνας.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στη συλλογική ασφάλεια, αλλά επεκτείνεται και στη βιομηχανική και οικονομική διάσταση της άμυνας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση, καθώς παραδοσιακά διατηρεί υψηλό ποσοστό αμυντικών δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ της, γεγονός που επηρεάζει τόσο την οικονομική της σταθερότητα όσο και τις προοπτικές ανάπτυξης.
Πιο συγκεκριμένα, το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 αποτυπώνει αυτή την τάση. Οι φυσικές παραλαβές οπλικών συστημάτων προβλέπεται να αυξηθούν από 1,7 δισ. ευρώ το 2025 σε 2,3 δισ. ευρώ το 2026, ενώ οι συνολικές αγορές πάγιου εξοπλισμού θα ανέλθουν σε 1,88 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, ενδεικτικό της διαχρονικής δέσμευσης της Ελλάδας στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των δαπανών, αλλά στο πώς αυτές μπορούν να μετατραπούν σε μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.
Οι αμυντικές δαπάνες, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την καινοτομία, τη βιομηχανική ανασυγκρότηση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε προγράμματα συντήρησης, κατασκευής ή συμπαραγωγής μπορεί να ενισχύσει την εγχώρια τεχνογνωσία και να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα που θα εξυπηρετεί όχι μόνο στρατιωτικούς αλλά και πολιτικούς σκοπούς, όπως η ανάπτυξη τεχνολογιών διπλής χρήσης (dual-use technologies). Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται στενός συντονισμός μεταξύ Υπουργείου Άμυνας, Υπουργείου Ανάπτυξης και ιδιωτικού τομέα, καθώς και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων που σχετίζονται με την Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω πρωτοβουλιών όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF) και το νέο πρόγραμμα European Defence Industrial Strategy (EDIS), στοχεύει να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα και την αυτάρκεια των κρατών-μελών. Η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί από αυτή τη στρατηγική, συμμετέχοντας ενεργά σε κοινοπραξίες και ερευνητικά έργα, προσελκύοντας ξένες επενδύσεις και ενισχύοντας τις δικές της βιομηχανικές δυνατότητες.
Επιπλέον, η χρήση της λεγόμενης εθνικής ρήτρας διαφυγής, που επιτρέπει στην Κομισιόν να μην υπολογίζει προσωρινά τις αμυντικές δαπάνες στο δημοσιονομικό έλλειμμα, παρέχει ένα παράθυρο ευελιξίας για την Ελλάδα, ώστε να επενδύσει χωρίς να παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες.
Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, υπάρχει και ο κίνδυνος οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες να επιβαρύνουν μακροπρόθεσμα τα δημόσια οικονομικά χωρίς αντίστοιχο οικονομικό όφελος, εάν δεν συνοδευτούν από στρατηγικό σχεδιασμό για τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων χωρίς ουσιαστική ελληνική συμμετοχή στην παραγωγή οδηγούν σε απώλεια πόρων και εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.
Εν κατακλείδι, οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός ανάπτυξης για την Ελλάδα, εφόσον συνδεθούν με την καινοτομία, τη βιομηχανική συμμετοχή και την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Η πρόκληση είναι να μετατραπεί η αναγκαία ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος σε εργαλείο οικονομικής ανθεκτικότητας, με μια νέα βιομηχανική πολιτική που θα υπηρετεί ταυτόχρονα την εθνική ασφάλεια και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
