Ένας από τους παράγοντες που έχουν αυξήσει τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην Ελλάδα την τουριστική κίνηση, είναι η βραχυχρόνια μίσθωση τύπου Airbnb, είτε ιδιωτών είτε εταιριών μίσθωσης ακινήτων.
Η χώρα μας διαθέτοντας μια πλειάδα από αξιόλογους προορισμούς, τόσο σε αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια και στα νησιά, έχει αυξήσει κατακόρυφα τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τόσο σε ποσότητα ακινήτων, όσο και στα έσοδα.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός πως τα έσοδα από μίσθωση ακινήτων Airbnb τo 2023 θα αγγίξουν τα 4 δις ευρώ, με σημαντική αύξηση από πέρυσι, όταν τα προσφερόμενα ακίνητα είναι περίπου 100.000 σε όλη την επικράτεια.
Οι περιοχές που ανεβαίνουν επενδυτικά είναι τόσο πέριξ του κέντρου της Αθήνας, όπως Εξάρχεια, Νέος Κόσμος, Κουκάκι, αλλά και σε νησιωτικές περιοχές, όπως η Κρήτη που η ζήτηση είναι παραδοσιακά αυξημένη όλους τους καλοκαιρινούς μήνες.
Από τη μια είναι ιδιαίτερα θετικό ότι τα έσοδα ανεβαίνουν, πολλοί ιδιώτες αλλά και επιχειρήσεις ενισχύουν τα εισοδήματά τους, όμως από την άλλη, η διαδικασία αυτή δημιουργεί συνθήκες υπερτουρισμού, όχλησης πολυκατοικιών και συγκροτημάτων ακόμη και σε μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς και ολοένα και μεγαλύτερη ρύπανση του περιβάλλοντος ή και αμφιλεγόμενες συνθήκες υγιεινής, για τις υπηρεσίες που προσφέρονται, όταν σε μεγάλο βαθμό η βραχυχρόνια μίσθωση δεν υπόκειται σε κάποιο τακτικό έλεγχο των παρεχόμενων υπηρεσιών, με το σκεπτικό ότι οι ιδιώτες που προσφέρουν τα καταλύματα, δεν αποτελούν επιχειρήσεις και φορολογούνται αυτοτελώς από τα ενοίκια που εισπράττουν.
Με λίγα λόγια κάθε πόλη αλλά και κάθε κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να προσδιορίσει συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας της βραχυχρόνιας μίσθωσης, για να διατηρηθεί και να προστατευτεί η πολιτιστική ταυτότητα των περιοχών αλλά και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
