Αυτό που συνέβη τις προηγούμενες ημέρες με την πρόσκρουση στη θάλασσα ενός αεροσκάφους F4 με δύο έμπειρους χειριστές της πολεμικής αεροπορίας, είναι μία ακόμη τραγωδία από αεροπορικά στρατιωτικά ατυχήματα που συμβαίνουν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, υπό την πίεση των συνθηκών.
Οι δύο νεκροί χειριστές που πραγματοποιούσαν δύσκολη εκπαιδευτική πτήση σε συνθήκες πολέμου, έπεσαν υπέρ πατρίδος εν ώρα καθήκοντος, καθώς πετούσαν πολύ χαμηλά και το αεροσκάφος έπεσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Η θλίψη ανείπωτη, τόσο για τις οικογένειες των θυμάτων, όσο και για την πολεμική μας αεροπορία, αλλά και για το σύνολο του ελληνικού λαού που έχει παρακολουθήσει το συμβάν.
Τα μηνύματα βέβαια από αυτή την τραγωδία είναι πολλαπλά και κατευθύνονται τόσο προς την πολιτεία όσο και προς τον ελληνικό λαό.
Αρκετές στρατιωτικές μονάδες της χώρας μας λειτουργούν καθημερινά και εκπαιδεύονται σε συνθήκες πολεμικής σύγκρουσης με συγκεκριμένους κανόνες εμπλοκής.
Αυτό σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί τώρα ή στο μέλλον, είτε πάνω σε μία εκπαίδευση, είτε μέσα από μία εμπλοκή και αναχαίτιση με την Τουρκία, να προκληθεί κάποιο ατύχημα και να θρηνήσουμε θύματα.
Είναι προφανές ότι η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια του εφησυχασμού, καθώς η γείτονα χώρα, ακόμη και την ώρα των ερευνών για τους δύο πιλότους έκαναν υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά προκαλώντας αποτροπιασμό.
Από την άλλη όμως, πρέπει να υπάρχει ένα σχέδιο προσέγγισης με την Τουρκία και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μέσω συγκεκριμένων διπλωματικών οδών και μέσα από συμμαχίες που έχει δημιουργήσει η χώρα μας, ώστε να αμβλύνονται οι εντάσεις και να μειώνονται όσο το δυνατόν οι περιπτώσεις πιθανών θερμών επεισοδίων τύπου Ίμια, αλλά και στρατιωτικές εμπλοκές καθώς και επικίνδυνες αεροπορικές αναχαιτίσεις, που μπορεί να κοστίσουν τη ζωή σε περισσότερα νέα παιδιά στο μέλλον, που θέλησαν να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.
