Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιβάλει έναν νέο φόρο στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να σκοντάφτει σε έντονες πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις, θέτοντας εν αμφιβόλω την υλοποίησή του. Η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσίασε την πρόταση την περασμένη Τετάρτη, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου της περιόδου 2028-2034. Στόχος της πρότασης ήταν η εισαγωγή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου που θα αποφέρει περίπου 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, προκειμένου να ενισχυθούν τα έσοδα της ΕΕ και να εξυπηρετηθούν οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19.
Ωστόσο, το σχέδιο φαίνεται να προκαλεί σοβαρές ενστάσεις τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα οποία οφείλουν να δώσουν την τελική έγκριση. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ εμφανίζονται απρόθυμες να παραχωρήσουν φορολογική κυριαρχία στις Βρυξέλλες, ιδίως σε ένα πεδίο τόσο ευαίσθητο όσο η εταιρική φορολόγηση. Επιπλέον, αρκετοί ευρωβουλευτές εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτός ο φόρος θα είναι αποτελεσματικός, δίκαιος και εφαρμόσιμος, ειδικά σε μια περίοδο που οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προκλήσεις όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, ο πληθωρισμός και οι γεωπολιτικές εντάσεις.
Η πρόταση έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η ΕΕ καλείται να βρει σταθερές και αξιόπιστες πηγές εσόδων ώστε να συνεχίσει να χρηματοδοτεί κρίσιμες πολιτικές και να αποπληρώνει τις δεσμεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, όμως, αγγίζει έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους τομείς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: την κοινή φορολογική πολιτική. Το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας πρότασης, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για τον αντίκτυπο στις επιχειρήσεις και την εθνική κυριαρχία, φαίνεται να υπερισχύει προς το παρόν της ανάγκης για ενίσχυση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Καταλήγοντας, το σχέδιο φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων στην ΕΕ, όπως παρουσιάστηκε από την Κομισιόν, δύσκολα θα βρει πρόσφορο έδαφος υλοποίησης στο σημερινό πολιτικό τοπίο της Ένωσης. Η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών εσόδων παραμένει επιτακτική, αλλά θα απαιτήσει μεγαλύτερη συναίνεση και ενδεχομένως λιγότερο αμφιλεγόμενες προσεγγίσεις.
Αρκετοί μιλούν μάλιστα για μία διπλωματική νίκη των ΗΠΑ, αφού ενδέχεται να αποφύγουν υψηλή φορολογία για τις θυγατρικές των πολυεθνικών που εδρεύουν σε χώρες τις ΕΕ, αλλά είναι βέβαιο ότι ακόμη δεν έχει οριστικοποιηθεί η διαπραγμάτευση ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ για τους όρους που θα διέπουν το διεθνές μεταξύ τους εμπόριο.
