Η ενεργοποίηση του νέου Συστήματος Πιστοληπτικής Αξιολόγησης από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών στον χώρο της χρηματοοικονομικής διαφάνειας.
Για πρώτη φορά το ελληνικό κράτος επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενιαίο και αντικειμενικό πλαίσιο αξιολόγησης της πιστοληπτικής συμπεριφοράς φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, παρέχοντας ένα είδος «πιστοποιητικού φερεγγυότητας» που θα αποτυπώνεται μέσω βαθμολογίας από το Α έως το D.
Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τη δεκαετία της κρίσης, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με το ιδιωτικό χρέος, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και την ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στις συναλλαγές. Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τους παρόχους χρηματοδότησης, δημιουργώντας ένα κοινό σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της οικονομικής αξιοπιστίας.
Η βασική φιλοσοφία του συστήματος είναι απλή αλλά ιδιαίτερα σημαντική. Μέχρι σήμερα η αξιολόγηση της φερεγγυότητας ενός πολίτη ή μιας επιχείρησης βασιζόταν κυρίως στα εσωτερικά μοντέλα των τραπεζών ή σε πληροφορίες που δεν ήταν εύκολα προσβάσιμες στους ίδιους τους ενδιαφερομένους.
Με το νέο μοντέλο, κάθε πολίτης ή επιχείρηση θα μπορεί να γνωρίζει τη βαθμολογία του και να τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο στις συναλλαγές του. Ένας επαγγελματίας που διαθέτει υψηλό σκορ θα μπορεί να αποδεικνύει ευκολότερα την αξιοπιστία του απέναντι σε προμηθευτές, συνεργάτες ή επενδυτές, ενώ ένας ιδιώτης θα μπορεί να διεκδικεί καλύτερους όρους σε συναλλαγές που απαιτούν οικονομική αξιολόγηση.
Για τα νοικοκυριά το όφελος μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η ύπαρξη μιας επίσημης και αναγνωρισμένης πιστοληπτικής βαθμολογίας δημιουργεί κίνητρο για συνεπή οικονομική συμπεριφορά. Οι πολίτες που πληρώνουν έγκαιρα τους φόρους τους, τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις και τις δανειακές τους οφειλές θα μπορούν να αποδεικνύουν έμπρακτα την αξιοπιστία τους. Παράλληλα, αποκτούν καλύτερη εικόνα της προσωπικής τους οικονομικής κατάστασης, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο οικονομικού προγραμματισμού και υπεύθυνης διαχείρισης του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Οι επιχειρήσεις ενδέχεται να επωφεληθούν ακόμη περισσότερο. Στην ελληνική αγορά, όπου οι εμπορικές πιστώσεις και οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων αποτελούν βασικό στοιχείο της οικονομικής δραστηριότητας, η ύπαρξη ενός αξιόπιστου πιστοποιητικού φερεγγυότητας μπορεί να μειώσει σημαντικά την αβεβαιότητα. Ένας προμηθευτής θα μπορεί να αξιολογεί καλύτερα τον κίνδυνο συνεργασίας με έναν πελάτη, ενώ μια μικρομεσαία επιχείρηση που διατηρεί υγιή οικονομική συμπεριφορά θα μπορεί να αποδεικνύει την αξιοπιστία της ακόμη και αν δεν διαθέτει μεγάλο μέγεθος ή μακρά επιχειρηματική ιστορία.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι το σύστημα μπορεί να ενισχύσει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν διαχρονικά δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων.
Ένα αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης μπορεί να μειώσει την ασυμμετρία πληροφόρησης και να επιτρέψει σε περισσότερες επιχειρήσεις να αποδεικνύουν την πιστοληπτική τους ποιότητα. Αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει τόσο την τραπεζική χρηματοδότηση όσο και εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης που αναπτύσσονται διεθνώς.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, τα οφέλη μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερα. Η βελτίωση της διαφάνειας στις συναλλαγές μειώνει τον κίνδυνο, ενισχύει την εμπιστοσύνη και περιορίζει τα φαινόμενα στρατηγικής αθέτησης υποχρεώσεων. Όταν οι συνεπείς φορολογούμενοι και επιχειρηματίες ανταμείβονται με καλύτερη αξιολόγηση και καλύτερους όρους συναλλαγών, δημιουργείται ένα ισχυρό κίνητρο συμμόρφωσης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της φορολογικής συνέπειας, σε περιορισμό των ληξιπρόθεσμων οφειλών και τελικά σε ενίσχυση της συνολικής οικονομικής σταθερότητας.
Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα, η επιτυχία του συστήματος δεν είναι δεδομένη. Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά την ποιότητα των δεδομένων. Ένα πιστοληπτικό μοντέλο είναι τόσο αξιόπιστο όσο τα δεδομένα που χρησιμοποιεί. Εάν υπάρχουν ανακρίβειες, καθυστερήσεις ενημέρωσης ή ασυμφωνίες μεταξύ διαφορετικών δημόσιων μητρώων, η αξιολόγηση μπορεί να μην αντανακλά την πραγματική οικονομική κατάσταση του πολίτη ή της επιχείρησης.
Μια δεύτερη πρόκληση αφορά τη διαφάνεια του αλγορίθμου. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη βαθμολογία τους και με ποιον τρόπο μπορούν να τη βελτιώσουν. Η εμπιστοσύνη στο σύστημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι αξιολογήσεις θα θεωρούνται δίκαιες, αντικειμενικές και κατανοητές.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Η συγκέντρωση φορολογικών, ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριών δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις ασφάλειας και συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων. Οποιαδήποτε παραβίαση ή διαρροή θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά την αξιοπιστία του εγχειρήματος.
Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν νέες μορφές αποκλεισμού για όσους έχουν ήδη αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Ένα σύστημα αξιολόγησης πρέπει να επιτρέπει τη «δεύτερη ευκαιρία» και να αναγνωρίζει τη βελτίωση της συμπεριφοράς ενός πολίτη ή μιας επιχείρησης. Εάν η βαθμολογία παραμένει για μεγάλο διάστημα επηρεασμένη από παλαιά προβλήματα, τότε μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά αντί να ενθαρρύνει την οικονομική επανένταξη.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα συστήματα πιστοληπτικής αξιολόγησης μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη των οικονομιών όταν συνδυάζουν διαφάνεια, αντικειμενικότητα και συνεχή επικαιροποίηση των δεδομένων. Στις πιο ώριμες αγορές αποτελούν βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση κινδύνου, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τη μείωση του κόστους συναλλαγών.
Συμπερασματικά, ο λεγόμενος κρατικός Τειρεσίας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας. Εφόσον λειτουργήσει με αξιοπιστία, διαφάνεια και σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα, μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στις συναλλαγές, να επιβραβεύσει τη συνέπεια, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και να συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο υγιούς και ανταγωνιστικής οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, η πραγματική επιτυχία του, ωστόσο, θα κριθεί από την ικανότητά του να παρέχει δίκαιες αξιολογήσεις και να μετατρέψει τη χρηματοοικονομική υπευθυνότητα σε απτό οικονομικό πλεονέκτημα για όσους τηρούν τις υποχρεώσεις τους.
