Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 19ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας σηματοδοτεί μια νέα, πιο σκληρή φάση στην προσπάθεια της ΕΕ να ασκήσει πίεση στη Μόσχα, ιδίως στο ενεργειακό πεδίο, και πιο συγκεκριμένα στο LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο). Η βασική πρόταση είναι η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού LNG από την 1η Ιανουαρίου 2027, δηλαδή ένα χρόνο νωρίτερα απ’ ό,τι είχε προηγουμένως σχεδιαστεί.
Πιο συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι σταδιακά η ΕΕ θα κόψει μία από τις πηγές εσόδων της ρωσικής ενεργειακής βιομηχανίας αλλά και μία από τις δυνατότητες της Ρωσίας να χρησιμοποιεί το LNG ως μοχλό πολιτικής επιρροής. Είναι σαφές πως το έσοδο από τα ορυκτά καύσιμα – ειδικά το φυσικό αέριο – είναι ζωτικής σημασίας για τη χρηματοδότηση του πολεμικού μηχανισμού της Ρωσίας, και η ΕΕ επιδιώκει όχι μόνο να περιορίσει αυτή τη δυνατότητα αλλά και να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση, ώστε να μην είναι εκτεθειμένη σε πιέσεις ή εκβιασμούς.
Μπορεί όντως αυτή η απόφαση να λειτουργήσει αποτελεσματικά; Η απάντηση είναι: ναι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αλλά υπάρχουν σημαντικά εμπόδια. Από τη μία πλευρά έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σημαντικές αλλαγές στην ενεργειακή αγορά της ΕΕ από το 2022: η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, και ειδικά μέσω αγωγών, έχει μειωθεί αισθητά, τόσο λόγω των κυρώσεων όσο και λόγω της στρατηγικής “REPowerEU” για διαφοροποίηση των προμηθειών, ενεργειακή εξοικονόμηση και ενίσχυση των ΑΠΕ.
Από την άλλη όμως, η μετάβαση απαιτεί υποδομές (τερματικούς σταθμούς LNG, αγωγούς, αποθήκες), επενδύσεις, διασφάλιση εναλλακτικών προμηθευτών, και διαχείριση των κοινωνικών / οικονομικών επιπτώσεων των αυξανόμενων τιμών ενέργειας. Ορισμένες χώρες της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτες λόγω υψηλής εξάρτησης από τη Ρωσία και ελλιπούς ενεργειακής διαφοροποίησης.
Όσον αφορά το αν η ΕΕ είναι έτοιμη για μία συνολική απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, τα στοιχεία δείχνουν ότι έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος αλλά ότι η ολική απεξάρτηση είναι μια διαδικασία που θα πάρει χρόνο. Το μερίδιο του ρωσικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά έχει αυξηθεί πρόσφατα, κυρίως καθώς οι υπόλοιπες πηγές –αγωγών κυρίως– περιορίστηκαν.
Όμως, η συνολική ποσότητα φυσικού αερίου από ρωσικές πηγές έχει μειωθεί σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, και η ΕΕ έχει επεκτείνει τις εισαγωγές από άλλες χώρες (π.χ. Αζερμπαϊτζάν, Νορβηγία, χώρες με δυνατότητες LNG), έχει αυξήσει το μερίδιο των ΑΠΕ και έχει εφαρμόσει μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας.
Επίσης, πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν ουσιαστικά διακόψει ή σημαντικά μειώσει τις εισαγωγές αγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν χώρες που θα πρέπει να κάνουν μεγαλύτερες επενδύσεις για να διασφαλίσουν εναλλακτικές, και να προσαρμοστούν οικονομικά, ειδικά όσες έχουν λιγότερους πόρους ή υποδομές.
Σε αυτό το πλαίσιο η Ρωσία, πιθανότατα θα προσπαθήσει να περισώσει την εξαγωγική της δραστηριότητα προς άλλες αγορές, κυρίως στην Ασία, όπου η ζήτηση για LNG είναι μεγάλη και υπάρχει ενδιαφέρον (Κίνα, Ινδία, ίσως Νότια και Νοτιοανατολική Ασία). Ήδη ένα σημαντικό μέρος των ρωσικών εξαγωγών LNG κατευθύνεται στην Ασία.
Επιπλέον, μπορεί να προσπαθήσει να επιβραδύνει το χτύπημα στα έσοδά της μέσω πρακτικών, όπως η χρήση “σκιάς στόλων” (shadow fleet) για να παρακάμπτει κυρώσεις, η πώληση μέσω τρίτων χωρών ή με διαμεσολαβητές που δεν τηρούν πλήρως τα μέτρα, ή να διαπραγματευτεί αντίμετρα (ενίσχυση ενεργειακής συνεργασίας με κράτη που δεν συμμετέχουν στις κυρώσεις).
Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία έχει ισχυρό κίνητρο να μετριάσει τις επιπτώσεις, ώστε να διατηρήσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον κρατικό προϋπολογισμό και την πολεμική της μηχανή.
