Το σχέδιο προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ύψους 1,8 τρισ. ευρώ, που παρουσιάστηκε πρόσφατα, έχει ήδη προκαλέσει κύμα αντιδράσεων, όχι μόνο για το συνολικό του μέγεθος, αλλά κυρίως για τη φιλοσοφία και τη νέα του αρχιτεκτονική. Η ανακατανομή των πόρων, με εμφανή ενίσχυση των τομέων της άμυνας, της ψηφιακής και βιομηχανικής ανάπτυξης, και η ταυτόχρονη σχετική υποβάθμιση της πολιτικής συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, έχει δημιουργήσει ανησυχία τόσο στα κράτη-μέλη της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης όσο και σε ομάδες της κοινωνίας των πολιτών που εστιάζουν σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα.
Ένα από τα κυριότερα σημεία τριβής είναι η αντίληψη ότι το περιβάλλον αντιμετωπίζεται πλέον περισσότερο ως διατομεακή ή οριζόντια προτεραιότητα, ενσωματωμένη σε άλλες πολιτικές, παρά ως αυτόνομος τομέας με διακριτή χρηματοδότηση και στρατηγικό βάθος. Χώρες όπως η Αυστρία, η Δανία και η Ολλανδία, που προωθούν φιλόδοξες περιβαλλοντικές πολιτικές σε εθνικό επίπεδο, εκφράζουν τον προβληματισμό τους για την έλλειψη συγκεκριμένων πράσινων εργαλείων χρηματοδότησης, ενώ οργανώσεις όπως η Greenpeace και το WWF καταγγέλλουν ότι η Πράσινη Συμφωνία (Green Deal) υποχωρεί πίσω από την αμυντική στρατηγική και την ανταγωνιστικότητα.
Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή και αρκετά κράτη-μέλη, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, υπερασπίζονται το σχέδιο ως αναγκαία προσαρμογή στις νέες γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ απέναντι στην Κίνα και τις ΗΠΑ, και οι κλυδωνισμοί της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού, φέρεται να επιβάλλουν μια αλλαγή κατεύθυνσης, όπου η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης και της άμυνας αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η περιβαλλοντική μετάβαση δεν εγκαταλείπεται, αλλά διαχέεται οριζόντια, προκειμένου να ενισχύσει όλους τους πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής, από την ενεργειακή ασφάλεια έως την τεχνολογική καινοτομία.
Ωστόσο, η έλλειψη σαφούς διαχωρισμού κονδυλίων και η υποβάθμιση της συμβολικής και πρακτικής αυτονομίας των πράσινων πολιτικών ενδέχεται να επιτείνουν τις εντάσεις εντός της Ένωσης και να πλήξουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στον ευρωπαϊκό θεσμό, ειδικά σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση κλιμακώνεται.
Συμπερασματικά, το νέο σχέδιο προϋπολογισμού αποτελεί σταθμό για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και προσπαθεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός ασταθούς κόσμου, η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια, την ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα παραμένει εύθραυστη. Η επιτυχία του δεν θα κριθεί μόνο από την έγκρισή του, αλλά από τον τρόπο που θα εφαρμοστεί στην πράξη και το κατά πόσο θα μπορέσει να συνδυάσει την πράσινη μετάβαση με τη γεωπολιτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.
