Η Διάσκεψη που έγινε στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή και του Έλληνα πρωθυπουργού για τη διεύρυνση της ΕΕ, έβγαλε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, καθώς η Ουκρανία που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρωσία, πήρε το καθεστώς της υποψήφιας χώρας για ένταξη παρά τις αντιδράσεις κάποιων σκληροπυρηνικών χωρών, όπως η Ουγγαρία.
Η εξέλιξη αυτή είναι σίγουρα θετική, καθώς δημιουργεί συνθήκες εξέλιξης και προόδου για τη χώρα, από την άλλη όμως με δεδομένη την αντίδραση της Ρωσίας στην όλη εξέλιξη, δεν είναι καθόλου εύκολο η ΕΕ να διευρύνει τόσο πολύ τα χερσαία σύνορά της απέναντι στη Ρωσία, γεγονός που θα απαιτεί μια διαρκή εγρήγορση αλλά και στρατιωτική επιτήρηση της συνοριογραμμής.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη ανάγνωση του θέματος, που λέει πως η ΕΕ αρχίζει να βλέπει πως πρέπει να συμβιώσει με τη Ρωσία, η οποία ενδέχεται να κατέχει ένα μέρος των εδαφών της Ουκρανίας, οπότε μια ορθολογική επιλογή για την Δύση, θα ήταν να κατοχυρώσει από τώρα την δυτική κυριαρχία, μέσω του ευρωπαϊκού κεκτημένου στην δυτική Ουκρανία, ώστε να προλάβει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια προς την κυβέρνηση του Κιέβου, που μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την πολιτική σταθερότητα της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας μέχρι την τελική εισδοχή της στην Ένωση δεν αποτελεί έναν δρόμο εύκολο να τον διαβεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και η ίδια η Ουκρανία, αντιμετωπίζοντας σε κάθε της βήμα, τόσο την επιθετικότητα της Ρωσίας, όσο και την παράνομη κατοχή εδαφών.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να διασαφηνιστεί αν με την ένταξη της Ουκρανίας, η Ένωση θα αποδέχεται μία και ενιαία Ουκρανία, χωρίς την αποδοχή των τμημάτων που κατέχει σήμερα η Ρωσία μετά την εισβολή της, ή θα επιδιώξει να έρθει σε μία διαπραγμάτευση με την Ρωσία για τον διαμοιρασμό των εδαφών της Ουκρανίας, με τη σύμφωνη γνώμη της τελευταίας, με τίμημα την πλήρη της ένταξη και την προοπτική άμεσης ανασυγκρότησης μέσα από δημοκρατικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
