Οι σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας βρίσκονται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια των τελευταίων δεκαετιών. Εκεί όπου πριν από λίγα χρόνια κυριαρχούσε η λογική της οικονομικής συνεργασίας, της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαίας ανάπτυξης, σήμερα αναπτύσσεται ένα κλίμα καχυποψίας, ανταγωνισμού και στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Οι πρόσφατες δηλώσεις της Ύπατης Εκπροσώπου της Ε.Ε. Κάγια Κάλλας η οποία παρομοίασε την απεξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα με μια επίπονη θεραπεία που ενδεχομένως να απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, αποτυπώνουν εύγλωττα τη νέα πραγματικότητα.
Η Ευρώπη βλέπει πλέον την Κίνα όχι μόνο ως εμπορικό εταίρο αλλά και ως έναν συστημικό ανταγωνιστή που απειλεί τη βιομηχανική της βάση. Από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για περιορισμό των κινεζικών εξαγωγών αποτελούν μορφή προστατευτισμού και προσπάθεια ανάσχεσης της οικονομικής του ανόδου. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή διαμόρφωση συνθηκών που θυμίζουν τις απαρχές ενός νέου εμπορικού πολέμου.
Η βασική ανησυχία των Ευρωπαίων αφορά τη συνεχή διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος με την Κίνα. Τα κινεζικά προϊόντα εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τεράστιες ποσότητες και συχνά σε τιμές που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν.
Η περίπτωση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι κινεζικές εταιρείες έχουν καταφέρει να προσφέρουν τεχνολογικά προηγμένα οχήματα σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, ασκώντας τεράστια πίεση σε ιστορικούς βιομηχανικούς ομίλους της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Η κινεζική επιτυχία δεν είναι τυχαία. Το Πεκίνο έχει επενδύσει επί δεκαετίες σε μια στρατηγική βιομηχανικής ανάπτυξης που βασίζεται στις κρατικές επιδοτήσεις, στη μαζική παραγωγή, στην ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής και στον κεντρικό σχεδιασμό. Η κρίση στον τομέα των ακινήτων ώθησε μάλιστα την κινεζική ηγεσία να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη μεταποίηση ως βασικό πυλώνα ανάπτυξης.
Παράλληλα, οι αμερικανικοί δασμοί περιόρισαν την πρόσβαση των κινεζικών προϊόντων στην αμερικανική αγορά, ωθώντας τις κινεζικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν διέξοδο στην Ευρώπη και στις αναδυόμενες οικονομίες.
Η Κίνα διαθέτει σήμερα ορισμένα ιδιαίτερα ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, ελέγχει σημαντικό μέρος των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής. Δεύτερον, κυριαρχεί στην επεξεργασία σπάνιων γαιών και κρίσιμων πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται σε μπαταρίες, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρονικά συστήματα και αμυντικές εφαρμογές. Τρίτον, διαθέτει τεράστια εσωτερική αγορά που επιτρέπει στις επιχειρήσεις της να αναπτύσσονται σε κλίμακες που δύσκολα συναντώνται αλλού.
Τέταρτον, η δυνατότητα συντονισμού κράτους και επιχειρήσεων επιτρέπει στην κινεζική οικονομία να κινητοποιεί πόρους με ταχύτητα που οι δυτικές δημοκρατίες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένας αδύναμος παίκτης. Παραμένει η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, με περισσότερους από 450 εκατομμύρια καταναλωτές και υψηλή αγοραστική δύναμη. Διαθέτει κορυφαία τεχνογνωσία σε τομείς όπως η βιομηχανική μηχανολογία, η αεροναυπηγική, τα φαρμακευτικά προϊόντα, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και οι πράσινες τεχνολογίες. Επιπλέον, η Ευρώπη διατηρεί ισχυρό ρυθμιστικό πλεονέκτημα. Οι κανονισμοί της συχνά μετατρέπονται σε παγκόσμια πρότυπα, αναγκάζοντας πολυεθνικές εταιρείες να προσαρμόζονται στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Το σημαντικότερο ίσως όπλο της Ευρώπης είναι η δυνατότητα περιορισμού της πρόσβασης των κινεζικών εταιρειών σε μία από τις μεγαλύτερες αγορές παγκοσμίως. Εάν οι Βρυξέλλες αποφασίσουν να επιβάλουν ευρείς δασμούς, περιορισμούς στις δημόσιες συμβάσεις ή ελέγχους στις κρατικές επιδοτήσεις, η Κίνα θα αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις στις εξαγωγές της.
Παρά ταύτα, ένας ολοκληρωμένος εμπορικός πόλεμος θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνος και για τις δύο πλευρές. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά εξαρτήματα, πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα.
Οι πρόσφατοι περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών έδειξαν πόσο ευάλωτη μπορεί να αποδειχθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία όταν διαταράσσονται οι αλυσίδες εφοδιασμού. Εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην αεροδιαστημική και στην πράσινη ενέργεια θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σοβαρές ελλείψεις και αυξήσεις κόστους.
Η Κίνα επίσης δεν θα έμενε ανεπηρέαστη. Η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει ένας από τους σημαντικότερους προορισμούς των εξαγωγών της. Η απώλεια μεριδίων αγοράς θα επιβράδυνε την οικονομική ανάπτυξη, θα αύξανε την πίεση στην απασχόληση και θα δημιουργούσε επιπλέον προβλήματα σε μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει δυσκολίες στον τομέα των ακινήτων και στην εσωτερική κατανάλωση.
Οι επιπτώσεις όμως δεν θα περιορίζονταν στην Ευρώπη και στην Κίνα. Ένας εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες βιομηχανικές δυνάμεις μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες θα επηρέαζε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Το κόστος παραγωγής θα αυξανόταν, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να επανεμφανιστεί σε αρκετές χώρες και οι επενδύσεις θα επιβραδύνονταν λόγω αβεβαιότητας. Οι επιχειρήσεις θα αναγκάζονταν να ανασχεδιάσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, μεταφέροντας παραγωγή σε τρίτες χώρες όπως η Ινδία, το Βιετνάμ, η Ινδονησία, το Μεξικό ή ακόμη και η Τουρκία.
Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει νέους οικονομικούς νικητές. Η Ινδία, για παράδειγμα, επιδιώκει να εξελιχθεί σε εναλλακτικό βιομηχανικό κέντρο, ενώ χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας ήδη προσελκύουν επενδύσεις που παλαιότερα κατευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά προς την Κίνα. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επωφεληθούν γεωπολιτικά, καθώς μια πιο συγκρουσιακή σχέση Ευρώπης και Κίνας θα ενίσχυε περαιτέρω τη διατλαντική συνεργασία.
Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι μια πλήρης οικονομική ρήξη αλλά μια σταδιακή διαδικασία απομείωσης κινδύνου, όπως την αποκαλούν οι Βρυξέλλες. Η Ευρώπη θα επιδιώξει να μειώσει τις εξαρτήσεις της σε στρατηγικούς τομείς χωρίς να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις. Θα αναζητήσει εναλλακτικούς προμηθευτές, θα επενδύσει στην εγχώρια παραγωγή και θα ενισχύσει τις βιομηχανικές της πολιτικές.
Η Κίνα, από την πλευρά της, θα προσπαθήσει να διατηρήσει την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ παράλληλα θα επιταχύνει την τεχνολογική της αυτάρκεια και τη διεύρυνση της παρουσίας της στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας εισέρχονται σε μια περίοδο βαθιάς αναπροσαρμογής. Η Ευρώπη φοβάται ότι η κινεζική βιομηχανική υπεροχή απειλεί το οικονομικό της μοντέλο, ενώ η Κίνα θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις αποτελούν προσπάθεια περιορισμού της ανόδου της.
Σε κάθε περίπτωση, ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος θα είχε σημαντικό κόστος και για τις δύο πλευρές και θα επιβράδυνε την παγκόσμια οικονομία, ενώ η τάση προς μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία και στρατηγική αποσύνδεση φαίνεται πλέον αναπόφευκτη.
