Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέθεσε πρόσφατα πρόταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, με στόχο την άμβλυνση των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, προτείνοντας την αύξηση των ευρωπαϊκών αγορών αμερικανικών προϊόντων κατά 50 δισεκατομμύρια ευρώ. Η πρόταση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προσπαθειών για εξομάλυνση των εμπορικών σχέσεων και, κυρίως, για την επίλυση του ζητήματος του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ έναντι της ΕΕ. Παράλληλα, αποτελεί μία προσπάθεια εκ νέου έναρξης διαπραγματεύσεων για τους δασμούς που είχε επιβάλει η διοίκηση Τραμπ, αλλά έχουν προσωρινά παγώσει.
Πιο συγκεκριμένα, η πρόταση δείχνει να κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς επιχειρεί να προσφέρει στις ΗΠΑ μια χειροπιαστή λύση στο χρόνιο ζήτημα του εμπορικού ελλείμματος, χωρίς να απαιτεί μονομερείς υποχωρήσεις. Με την αύξηση των εισαγωγών αμερικανικών προϊόντων –πιθανώς σε τομείς όπως η ενέργεια, τα γεωργικά προϊόντα και η τεχνολογία, η ΕΕ επιδιώκει να παρουσιάσει ένα win-win σενάριο, που σημαίνει πως οι ΗΠΑ απολαμβάνουν ενίσχυση των εξαγωγών τους, ενώ η ΕΕ αποφεύγει έναν νέο εμπορικό πόλεμο που θα είχε σημαντικές επιπτώσεις για τις εξαγωγικές της επιχειρήσεις.
Ωστόσο, ο βαθμός ρεαλισμού της πρότασης εξαρτάται από την πολιτική βούληση στην Ουάσινγκτον και ειδικά από το πώς η τρέχουσα κυβέρνηση αξιολογεί το κόστος και τα οφέλη μιας τέτοιας συμφωνίας. Παρά το οικονομικό της όφελος, οι ΗΠΑ ενδέχεται να επιμείνουν και σε άλλα θέματα, όπως η πρόσβαση των εταιρειών τους στις ευρωπαϊκές αγορές δημοσίων συμβάσεων ή η ευθυγράμμιση κανονιστικών πλαισίων. Επιπλέον, δεδομένης της αμερικανικής προεκλογικής περιόδου, η λήψη αποφάσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα παραμένει αβέβαιη.
Αν και οι ΗΠΑ πιθανώς θα δουν θετικά την πρόταση, δεν είναι βέβαιο ότι θα την αποδεχθούν ως έχει, χωρίς τροποποιήσεις ή επιπλέον ανταλλάγματα. Ο δρόμος προς την οριστική συμφωνία για τους δασμούς θα απαιτήσει περαιτέρω διαπραγματεύσεις και πολιτική ευελιξία και από τις δύο πλευρές.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η πρόταση της ΕΕ αποτελεί ένα σοβαρό και εποικοδομητικό βήμα προς την αποκλιμάκωση της εμπορικής έντασης με τις ΗΠΑ. Εφόσον υπάρξει η απαιτούμενη διάθεση για συμβιβασμό και στρατηγική συνεργασία, υπάρχει περιθώριο για μια συμφωνία που θα ωφελήσει αμοιβαία τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και θα μπορέσει ταυτόχρονα να ενισχύσει την περιφερειακή συνεργασία τόσο σε θέματα εμπορικά όσο και στο κομβικό θέμα της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης για το μέλλον.
