Ο σινοαμερικανικός πόλεμος είναι ένα γεγονός το οποίο συντηρείται στον μέγιστο βαθμό τα τελευταία χρόνια και μάλιστα η κυβέρνηση Μπάιντεν, έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στον αποκλεισμό της Κίνας από μεγάλα έργα στην Ευρώπη, κυρίως σε θέματα τηλεπικοινωνιών και 5G στα οποία οι ΗΠΑ θέλουν να έχουν υπεροχή, ώστε να μην αποκτήσει η Κίνα στην ΕΕ ένα σημαντικό ανταγωνιστικό αλλά και γεωπολιτικό πλεονέκτημα.
Ο μεγαλύτερος παίκτης παγκόσμια στα δίκτυα 5G αυτή τη στιγμή είναι η κινεζική Huawei, κάτι που ενοχλεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, καθώς και τις αντίστοιχες αμερικανικές εταιρίες.
Η κινεζική εταιρία έχει προσπαθήσει αρκετά να επεκταθεί στην Ελλάδα, αλλά πέρα από τις λιανικές πωλήσεις συσκευών δεν έχει λάβει καμία κρατική ανάθεση για έργο 5G στη χώρα μας.
Το θέμα που προκύπτει αυτή την στιγμή είναι η διάθεση και οι κινήσεις των ΗΠΑ μέσω συγκεκριμένων οικονομικών και διπλωματικών οδών, στο να δεσμεύσουν την Ελλάδα στο να μην κάνει καμία απολύτως ανάθεση σε κινεζική εταιρία για το 5G, ανεξάρτητα από την τεχνική επάρκεια και την οικονομική προσφορά της εταιρίας.
Πρόκειται σίγουρα για ένα δύσκολο δίλημμα το οποίο θα τολμήσουμε να πούμε ότι αποτελεί ταυτόχρονα μία ωμή παρέμβαση στην εσωτερική πολιτική της χώρας και το πώς χειρίζεται τις δημόσιες προμήθειες και συμβάσεις.
Βέβαια, η πίεση αυτή των Αμερικανών δεν γίνεται μόνο στην Ελλάδα αλλά και στα περισσότερα κράτη της ΕΕ με συγκεκριμένες παρεμβάσεις, αλλά και με επιστολές που έχουν αποσταλεί από τις ΗΠΑ προς την Κομισιόν για θέματα ασφάλειας και τον κίνδυνο που ελλοχεύει από τις κινεζικές επενδύσεις και την κινεζική επιδρομή στην Ευρώπη.
Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας οφείλει αφενός να σεβαστεί τις όποιες επιφυλάξεις των ΗΠΑ στο συγκεκριμένο ζήτημα, από τη στιγμή που υπάρχει ταυτόχρονα σοβαρή αμυντική συμφωνία μαζί τους, από την άλλη όμως θα πρέπει να προσεγγίσει το θέμα περισσότερο μέσα από την ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα και να κινηθεί ανάλογα, χωρίς υπερβολές και αντιπαραθέσεις, με στόχο πάντα το μέγιστο δυνατό για το δημόσιο και εθνικό συμφέρον.
