Τα τελευταία επεισόδια με τις προκλητικές πτήσεις drones της Ρωσίας πάνω από χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία, οι παραβιάσεις εναερίου χώρου με μαχητικά αεροσκάφη, οι κυβερνοεπιθέσεις εναντίον ευρωπαϊκών αεροδρομίων και οι καταγγελίες για δολιοφθορές υποδομών, ειδικά στη Δανία, συνθέτουν μια σειρά εντάσεων που ξεπερνούν τα όρια του πολέμου στην Ουκρανία.
Η ρητορική της Ρωσίας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ φαίνεται να έχει δύο παράλληλες στρατηγικές επιδιώξεις: το πρώτο είναι να δοκιμάσει την αντοχή των συμμαχιών, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά, και το δεύτερο να στείλει ένα μήνυμα διαπραγματευτικού πλεονεκτήματος, ότι είναι ικανή να κάνει ό,τι θεωρεί απαραίτητο, ακόμη και αν αυτό σημαίνει παραβιάσεις ή “γαργάρες” στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών, χωρίς να προκαλεί άμεση γενικευμένη στρατιωτική απάντηση.
Πιο συγκεκριμένα, με τις πτήσεις drones ή/και τις εισβολές μαχητικών στο εναέριο χώρο χωρών της ΕΕ, η Ρωσία δοκιμάζει τα εξής: πόσο γρήγορα αντιδρά το ΝΑΤΟ, πόση πολιτική ενότητα υπάρχει εντός της ΕΕ, πόσο αποφασιστικά κράτη-μέλη θα υπερασπιστούν τον εναέριο χώρο και τα σύνορά τους, και αν υπάρχει φόβος αποκλιμάκωσης ή αντίδρασης από τις ΗΠΑ που να αλλάξει το παιχνίδι.
Επίσης, οι κυβερνοεπιθέσεις και δολιοφθορές υποδομών λειτουργούν ως εργαλεία “υβριδικού πολέμου”, που μπορούν να προκαλέσουν αναστάτωση, φόβο και αμφιβολία για την ασφάλεια πολιτών και υποδομών, χωρίς να φτάνουν στο σημείο που θα προκαλούσαν έναν άμεσο πόλεμο.
Ωστόσο, δεν είναι σαφές ότι η Ρωσία θεωρεί ότι έχει αναβαθμιστεί με τον τρόπο που μπορεί να επιτίθεται κατά βούληση στην ΕΕ αγνοώντας πλήρως τις συνέπειες. Πιθανό είναι ότι Ρωσία αξιολογεί ότι η ΕΕ / ΝΑΤΟ δεν θέλουν κλιμάκωση σε επίπεδο που να οδηγήσει σε ευρύτερη σύρραξη, και γι’ αυτό δοκιμάζει τα όρια. Εάν η ΕΕ ή το ΝΑΤΟ αντιδρούσαν πολύ σθεναρά, δηλαδή χρησιμοποιώντας αεροσκάφη αναχαίτισης, αν χρειαστεί και πλήρη αεράμυνα, ή εφαρμόζοντας κυρώσεις στοχευμένες, αλλά και στην πολιτική/διπλωματική σφαίρα με σαφή αντίποινα, τότε η Ρωσία μπορεί να υπολογίζει ότι κάποια μακροπρόθεσμα έχει κόστος.
Αλλά ως προς την άποψη ότι μπορεί ήδη να επιτίθεται χωρίς συνέπειες, αυτό δεν έχει επαληθευτεί πλήρως, και οι αντιδράσεις ως τώρα δείχνουν ότι υπάρχει μια συμμαχική ικανότητα αλλά και διάθεση να προστατευθεί η ασφάλεια των κρατών-μελών. Για παράδειγμα η Πολωνία αναχαίτισε drones που πετούσαν στον εναέριο χώρο της, με υποστήριξη από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ.
Στο μέτωπο της διπλωματίας, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ έχουν καταδικάσει τέτοια περιστατικά. Η Εσθονία, η Πολωνία έχουν κινηθεί διπλωματικά (π.χ. κάλεσαν Ρώσους διπλωμάτες, υπέβαλαν επισήμως διαμαρτυρίες), έχει ενεργοποιηθεί το άρθρο 4 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ (όταν κράτος μέλος θεωρεί ότι η ασφάλεια του απειλείται) σε περιπτώσεις όπως αυτή με τα drones στην Πολωνία.
Γενικά, η αύξηση της συχνότητας τέτοιων παραβιάσεων με drones, τα οποία είναι σχετικά φτηνά, προκαλούν σημαντικές αναταράξεις. Επίσης, η ενίσχυση των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο, ειδικά σε υποδομές μεταφορών, ενέργειας, επικοινωνιών, μπορεί να συνδυαστούν με αποσταθεροποίηση των δικτύων πληροφοριών, με στόχο να διασπείρουν φόβο και ανασφάλεια.
Συμπερασματικά, η στρατηγική της Ρωσίας φαίνεται να είναι μια συνεχιζόμενη δοκιμή των ορίων της ασφάλειας της Ευρώπης, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε υβριδικό επίπεδο. Δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο να επιδιώκει ανοικτή σύγκρουση με το ΝΑΤΟ εντός του εδάφους ή με μαζικές επιθέσεις, αλλά επιχειρεί να αποδείξει ότι είναι ικανή να προκαλεί και να ασκεί πίεση χωρίς άμεσο κόστος.
Αν η ΕΕ και τι ΝΑΤΟ καταφέρουν να διατηρήσουν ενότητα, γρήγορη και αποφασιστική αντίδραση, και ενίσχυση των μέτρων προστασίας των κρίσιμων υποδομών, τότε η ρωσική επιθετικότητα μπορεί να μείνει σε επίπεδα προκλήσεων που διπλωματικά/ψυχολογικά είναι ενοχλητικά, αλλά δεν οδηγούν σε ευρύτερο πόλεμο. Αν αντιθέτως υπάρξει απομάκρυνση της συνοχής, καθυστερημένες αντιδράσεις ή υποχώρηση υπό πίεση, τότε η Ρωσία μπορεί να αυξήσει την ένταση, να επιχειρήσει ακόμα πιο επιθετικές δράσεις με μεγαλύτερο ρίσκο, και να δοκιμάσει να επιβάλει τετελεσμένα σε καίριες περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης.
Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη περίοδος θα είναι κρίσιμη για το πόσο ισχυρή και συνεκτική μπορεί να αποδειχθεί η ασφάλεια της Ευρώπης υπό την απειλή υβριδικών προκλήσεων.
