Μια σημαντική πληγή για το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και των εσόδων του ΕΦΚΑ, είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των συνταξιούχων όταν κατοχυρώνουν δικαίωμα σύνταξης και επιθυμούν να συνεχίζουν να εργάζονται.
Από το 2020 είχε ψηφιστεί ένας νομός που επέβαλλε penalty 30% επί του ποσού της σύνταξης για όσους συνεχίζουν να εργάζονται.
Πλέον η κυβέρνηση μέσα από τo νέο της νομοσχέδιο, φιλοδοξεί να καταργήσει την εν λόγω διάταξη και να αντικαταστήσει το penalty, είτε με μια φορολογική επιβάρυνση μέσα από την άμεση φορολογία, είτε μέσω μιας αυξημένης ασφαλιστικής εισφοράς, με στόχο πάντα να προκύπτει όφελος για τον συνταξιούχο.
Το πρόβλημα για μία ακόμη φορά, είναι ότι πρέπει να υπάρχει ασφαλιστική και φορολογική σταθερότητα στη χώρα, ώστε να μειωθεί σημαντικά η μαύρη και αδήλωτη εργασία που παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό και στους συνταξιούχους, παρά τα κίνητρα που έχουν θεσπιστεί.
Υπάρχουν ήδη 40.000 επίσημοι συνταξιούχοι που εργάζονται όταν υπάρχουν ακόμη 100.000 που δεν έχουν δηλωθεί για διάφορους λόγους.
Με λίγα λόγια θα πρέπει η κυβέρνηση να έχει μια σταθερή και νέα στρατηγική για τους συνταξιούχους, ώστε αφενός να μη χάνουν τη σύνταξη που δικαιούνται και αφετέρου να δηλώνουν επίσημα τον εργοδότη και τα εισοδήματα τους, αυξάνοντας έτσι τα έσοδα του ΕΦΚΑ και βοηθώντας στην χρηματοδότηση των μελλοντικών συντάξεων.
Πρόκειται σαφώς για ένα πρόβλημα που το έκρυβαν και δεν το αντιμετώπιζαν οι περισσότερες κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα μία μερίδα του πληθυσμού να εργάζεται χωρίς καμία επίσημη δήλωση στις αρχές.
Ευελπιστούμε ότι το νέο νομοσχέδιο θα βάλει τάξη στην συγκεκριμένη παθογένεια, δημιουργώντας μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια, αλλά και αυξημένα έσοδα για τον φοροεισπρακτικό και ασφαλιστικό μηχανισμό.
