Μετά την αφόρητη πίεση που δέχθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης ως επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ, τελικά αποφάσισε να σηκώσει το γάντι απέναντι στους αντίπαλους του και ανακοίνωσε τη διενέργεια εσωκομματικών εκλογών στις 6 και 13 Οκτωβρίου αν απαιτηθεί δεύτερος γύρος για την εκλογή προέδρου.
Πρόκειται για μία κίνηση που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών, καθώς όπως ήθελαν τα περισσότερα στελέχη, οι εκλογές τοποθετούνται εντός του 2024 και μάλιστα το φθινόπωρο και όχι στο τέλος του έτους, γεγονός βέβαια που περνά την ευθύνη στους εσωκομματικούς του αντιπάλους, ώστε να οργανωθούν όσο πιο σύντομα γίνεται για να μπορέσουν να τον αντιμετωπίσουν με αξιώσεις την ώρα των εκλογών.
Οι εκλογικές αναμετρήσεις γενικά στα κόμματα εξουσίας έχουν δύο αναγνώσεις. Η μία είναι αυτή της ανανέωσης που επιδιώκει μία σημαντική μερίδα στελεχών με απώτερο στόχο να εκλεγεί μία νέα ηγεσία που θα μπορεί να απειλήσει την παντοδυναμία του Κυριάκου Μητσοτάκη και της ΝΔ, από την άλλη όμως υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της εσωστρέφειας.
Αυτό σημαίνει πως ενδέχεται είτε να μην αλλάξει η νέα ηγεσία με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την προοπτική της εξουσίας και την αύξηση των ποσοστών του κόμματος, είτε αν υπάρχει νέος αρχηγός, αυτός να εκλεγεί οριακά και μέσα από πολλαπλούς συμβιβασμούς και δεσμεύσεις με στελέχη του κόμματος για ρόλους και θέσεις στην επόμενη μέρα της διακυβέρνησης της χώρας, γεγονός που μπορεί να μην αφήνει πολλά περιθώρια για ξεκάθαρη άσκηση αποτελεσματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα με ένα σαφές και όχι θολό ιδεολογικό στίγμα.
Σε κάθε περίπτωση, αρκετά σύντομα -όπως όλα δείχνουν- το ΠΑΣΟΚ θα αλλάξει σελίδα και από την ανάδειξη και την ποιότητα του νέου αρχηγού, αν τελικά υπάρξει νέος, θα κριθεί πιθανότατα και το μέλλον της κεντροαριστεράς και μία πιθανή συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα από ένα συντεταγμένο μέτωπο αντιπολίτευσης τόσο κοινοβουλευτικά όσο και θεσμικά.
