Μετά από μια απόφαση και διοικητική πράξη της ΤτΕ αποφασίστηκε να μπουν συγκεκριμένα όρια στη χορήγηση στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες με στόχο να προστατευτεί το καταναλωτικό κοινό από υπερβολές στις χρηματοδοτήσεις και από μία πιθανή διολίσθηση στους δείκτες διαχείρισης των κόκκινων δανείων.
Θα πρέπει βέβαια να τονίσουμε σε αυτό το σημείο πως η απόφαση της ΤτΕ δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την πρακτική που ισχύει σήμερα από όλες τις τράπεζες όσον αφορά την πιστοληπτική τους πολιτική.
Πιο συγκεκριμένα, η ΤτΕ αποφάσισε πως το ύψος ενός στεγαστικού δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% της εμπορικής αξίας ενός ακινήτου, ενώ η δόση του στεγαστικού δανείου δεν μπορεί με την σειρά της να υπερβαίνει το 40% του εισοδήματος του νοικοκυριού, λαμβάνοντας υπόψη το καθαρό ετήσιο εισόδημα αφαιρουμένων των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών.
Υπάρχει βέβαια η εξαίρεση των νέων δανειοληπτών, ώστε να δοθεί κίνητρο σε νέους ανθρώπους να αποκτήσουν στέγη μέσα από τραπεζική χρηματοδότηση, οπότε το πόσο της αξίας που χρηματοδοτείται μπορεί να φθάσει το 90% πάνω στην αξία του ακινήτου.
Σε κάθε περίπτωση από τη μία είναι κατανοητή η απόφαση της ΤτΕ να ασκήσει έναν έλεγχο πάνω στις χορηγήσεις, από την άλλη όμως οφείλουμε να πούμε πως ήδη οι χορηγήσεις στεγαστικών δεν βιώνουν κάποια τεράστια ανάπτυξη, ενώ το πόσο των δανειοληπτών που υπερβαίνουν τους κανόνες που έθεσαν οι εποπτικές αρχές ανέρχεται σε κάτω του 5%, γεγονός που μπορεί να αυστηροποιήσει περαιτέρω τις χορηγήσεις με συνέπειες στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η οικονομία την οποία απαρτίζουν και οι τράπεζες αλλά όχι μόνο αυτές, λειτουργούν και οφείλουν να λειτουργούν με κανόνες σε μια ελεύθερη οικονομία, που σημαίνει ότι κάποιες φορές οι διοικητικές πράξεις επιβολής πλαφόν μπορεί τελικά να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι θα επιλύσουν.
