ΟΜΟΦΩΝΙΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξασφάλισε τρία χρόνια σταθερότητας για τις κυρώσεις της κατά της Ρωσίας, αλλά το τίμημα είχε δύο ονόματα. Ο Αλίσερ Ουσμάνοφ και ο Μιχαήλ Φρίντμαν αφαιρέθηκαν από τον κατάλογο των περιοριστικών μέτρων, ώστε να επιτευχθεί η αναγκαία ομοφωνία των 27 κρατών. Η συμφωνία ενισχύει τυπικά τη διάρκεια του καθεστώτος κυρώσεων, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει πόσο ευάλωτο είναι σε εθνικά συμφέροντα, δικαστικές πιέσεις και διμερείς διαπραγματεύσεις.
Τα επιβεβαιωμένα γεγονότα ανακοινώθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου. Περίπου 3.000 πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία θα παραμείνουν στον ευρωπαϊκό κατάλογο για τρία χρόνια, αντί της ανανέωσης ανά εξάμηνο που ίσχυε μέχρι τώρα. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και ταξιδιωτικούς περιορισμούς. Από τη λίστα, όμως, αφαιρέθηκαν οι δύο Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι, ύστερα από πιέσεις κυρίως της Γαλλίας και του Λουξεμβούργου.
Η γαλλική στάση συνδέθηκε από ευρωπαϊκές και διεθνείς πηγές με ευρύτερη διαπραγμάτευση με το Αζερμπαϊτζάν για κρατούμενους Γάλλους πολίτες. Το Μπακού αμφισβήτησε ότι άσκησε τέτοια πίεση. Το Λουξεμβούργο, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει προσφυγή του Φρίντμαν, ο οποίος διεκδικεί αποζημίωση περίπου 16 δισ. δολαρίων για τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του. Η Λετονία αντιτάχθηκε αρχικά στον συμβιβασμό, αλλά τελικά απείχε, επιτρέποντας τη συμφωνία.
Υπάρχει και ουσιαστική νομική διάσταση. Τον Απρίλιο του 2024, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την εγγραφή του Φρίντμαν στον κατάλογο για την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Μάρτιο του 2023. Έκρινε ότι οι λόγοι που είχε παρουσιάσει το Συμβούλιο δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένοι. Η απόφαση δεν κατήργησε τις μεταγενέστερες κυρώσεις, έδειξε όμως ότι η πολιτική βούληση δεν απαλλάσσει την Ένωση από την υποχρέωση ισχυρών και εξατομικευμένων αποδείξεων.
Η πρώτη ανάγνωση του συμβιβασμού είναι θετική. Η τριετής διάρκεια περιορίζει τις επαναλαμβανόμενες απειλές βέτο, προσφέρει προβλεψιμότητα στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα μέτρα και στερεί από τη Μόσχα την προσδοκία ότι κάθε έξι μήνες μπορεί να ανοίγει νέο ρήγμα. Με αυτή την έννοια, δύο διαγραφές αντάλλαξαν μια περιορισμένη υποχώρηση με ευρύτερη θεσμική αντοχή.
Η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο ανησυχητική. Όταν ένα κράτος μπορεί να συνδέει έναν ευρωπαϊκό κατάλογο κυρώσεων με μια διμερή υπόθεση ομήρων ή ένα άλλο να φοβάται μια τεράστια διαιτητική αξίωση, η ομοφωνία μετατρέπεται σε αγορά ανταλλαγμάτων. Οι κυρώσεις χάνουν μέρος της αποτρεπτικής τους ισχύος αν οι ενδιαφερόμενοι θεωρήσουν ότι η έξοδος εξαρτάται περισσότερο από πολιτική επιρροή παρά από αλλαγή συμπεριφοράς ή καθαρό δικαστικό κριτήριο. Η Ουκρανία χαρακτήρισε τη διαγραφή απαράδεκτη και προειδοποίησε για πλήγμα στην ευρωπαϊκή αξιοπιστία.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη κέρδισε χρόνο, όχι οριστική λύση. Η τριετής ανανέωση θωρακίζει τον βασικό κορμό των κυρώσεων, αλλά η εξαίρεση των δύο ολιγαρχών δημιουργεί προηγούμενο που θα δοκιμαστεί από νέες προσφυγές και εθνικούς υπολογισμούς. Αν η Ένωση θέλει οι κυρώσεις να παραμένουν εργαλείο ισχύος και όχι διαπραγματευτικό νόμισμα, χρειάζεται ισχυρότερη τεκμηρίωση, διαφανή κριτήρια διαγραφής και διαδικασία λιγότερο ευάλωτη στο βέτο ενός κράτους.
