Η πολιτική σκηνή της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα μοιάζει και πάλι με καζάνι που βράζει, με το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας φάσης εσωστρέφειας και διχασμού. Αφορμή αυτή τη φορά αποτέλεσε η πρόταση του Σωκράτη Φαμέλλου από τον ΣΥΡΙΖΑ για ένα κοινό ψηφοδέλτιο των δύο κομμάτων, που έριξε λάδι στη φωτιά των ήδη υπαρχουσών εντάσεων εντός του ΠΑΣΟΚ.
Η ηγεσία του κόμματος, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να επιμένει στην αυτόνομη πορεία, προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες μεταξύ διαφορετικών τάσεων και φωνών, χωρίς όμως να καταφέρνει να κρύψει τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η παραπομπή της Κατερίνας Μπατζελή στην Επιτροπή Δεοντολογίας μετά από δηλώσεις της που φάνηκαν να ευνοούν την προσέγγιση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αναδεικνύει με έντονο τρόπο τις αντιφατικές στρατηγικές που συνυπάρχουν στο κόμμα.
Πιο συγκεκριμένα, η Κ. Μπατζελή, εκφράζοντας μια τάση που βλέπει θετικά τη συμπόρευση των προοδευτικών δυνάμεων, έρχεται σε αντίθεση με τη γραμμή της ηγεσίας για σαφή διαχωρισμό από τον ΣΥΡΙΖΑ και ενίσχυση της πολιτικής αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, δεν είναι η μόνη. Στελέχη όπως οι Καστανίδης, Γιαννακοπούλου και Χρηστίδης και άλλοι έχουν κατά καιρούς διαφοροποιηθεί είτε προς μια πιο συνεργατική στάση με τον ΣΥΡΙΖΑ είτε προτείνοντας εντελώς ανεξάρτητη πορεία με σαφή διαχωρισμό και από ΝΔ και από ΣΥΡΙΖΑ.
Η πραγματικότητα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα. Από τη μια, η επιλογή της αυτόνομης πορείας υπηρετεί την ιστορική του ταυτότητα και τη φιλοδοξία του να επανέλθει ως ο βασικός εκφραστής της σοσιαλδημοκρατίας. Από την άλλη, το φλερτ με τον ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με στρατηγική ενοποίησης του ευρύτερου προοδευτικού χώρου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, ιδίως σε μια περίοδο όπου η ΝΔ δείχνει να διατηρεί την πολιτική ηγεμονία.
Όμως, όσο συνεχίζεται η εσωστρέφεια και η πολυγλωσσία, τόσο το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να απολέσει την αξιοπιστία του στους πολίτες που αναζητούν ξεκάθαρες απαντήσεις και σταθερές θέσεις. Η κοινή γνώμη δεν ανέχεται άλλο την εσωτερική ανακύκλωση προσώπων, ιδεών και στρατηγικών που δεν οδηγούν σε χειροπιαστά πολιτικά αποτελέσματα.
Σε κάθε περίπτωση, το μεγάλο ερώτημα παραμένει, αν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία και να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο με δυναμισμό, ή μήπως τελικά όλες αυτές οι εσωτερικές εντάσεις και η αδυναμία καθαρής στρατηγικής λειτουργούν προς όφελος της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εμφανίζεται ως η μόνη σταθερή δύναμη στο πολιτικό τοπίο χωρίς εμφανή αντίπαλο.
