Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα ένα νέο πακέτο μέτρων για τη στέγαση, με στόχο να στηρίξει τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ενοικίου και να δώσει κίνητρα στους ιδιοκτήτες, ώστε να διαθέσουν περισσότερα ακίνητα στη μακροχρόνια αγορά. Το πρώτο μέτρο, που τίθεται σε ισχύ ήδη από τον Νοέμβριο, προβλέπει την επιστροφή ενός ολόκληρου ενοικίου, έως 800 ευρώ, σε περισσότερα από ένα εκατομμύριο νοικοκυριά, ανάλογα με τα εισοδηματικά και περιουσιακά τους κριτήρια. Πρόκειται για μια άμεση οικονομική ανάσα σε μια περίοδο όπου τα ενοίκια έχουν αυξηθεί με ρυθμούς ταχύτερους από τα εισοδήματα, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους νέους και τις οικογένειες.

Τα υπόλοιπα οκτώ μέτρα, που θα εφαρμοστούν από το 2026, στοχεύουν να ενισχύσουν την προσφορά κατοικιών και να μειώσουν τις στρεβλώσεις της αγοράς. Περιλαμβάνουν πλήρη φοροαπαλλαγή για τρία χρόνια σε ιδιοκτήτες που θα μετατρέψουν τα ακίνητά τους από βραχυχρόνια σε μακροχρόνια μίσθωση ή θα ανοίξουν ξανά κλειστά διαμερίσματα.

Παράλληλα, θεσπίζεται μειωμένος φορολογικός συντελεστής 25% για εισοδήματα από ενοίκια μεταξύ 12.000 και 24.000 ευρώ, ώστε να ανακουφιστούν οι μικροϊδιοκτήτες και να περιοριστεί η τάση για απόκρυψη εισοδημάτων. Προβλέπεται επίσης μείωση των τεκμηρίων διαβίωσης έως και κατά 35%, καθώς και σημαντικές ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ για μικρούς οικισμούς, με πλήρη κατάργηση από το 2027 σε περιοχές εκτός Αττικής.

Στο ίδιο πλαίσιο, προωθείται η ανάπτυξη προγραμμάτων κοινωνικής αντιπαροχής, όπου δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς θα συνεργάζονται για την κατασκευή κατοικιών με προσιτά ενοίκια. Δίνονται ακόμη κίνητρα για ενεργειακή αναβάθμιση και ανακαίνιση παλαιών διαμερισμάτων, ώστε να αυξηθεί το ποιοτικό απόθεμα κατοικιών. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για εργαζόμενους σε κρίσιμους τομείς, όπως γιατροί, νοσηλευτές και εκπαιδευτικοί, που θα μπορούν να μισθώνουν με φορολογικά οφέλη για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. Τέλος, θεσπίζονται περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ιδίως σε αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, ώστε να επιστρέψουν περισσότερα ακίνητα στην αγορά μακροχρόνιας ενοικίασης.

Αν εφαρμοστούν ορθά, τα μέτρα αυτά μπορούν να έχουν διπλό όφελος. Από τη μία πλευρά θα ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα των ενοικιαστών, μειώνοντας την πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Από την άλλη, θα παρακινήσουν τους ιδιοκτήτες να διαθέσουν τα ακίνητά τους στη μακροχρόνια αγορά, αυξάνοντας την προσφορά και δημιουργώντας συνθήκες σταθεροποίησης των τιμών.

Η μείωση των τεκμηρίων και των φορολογικών συντελεστών συμβάλλει στη δικαιότερη φορολόγηση, ενώ τα κίνητρα για ανακαινίσεις και ενεργειακή αναβάθμιση βελτιώνουν την ποιότητα των διαθέσιμων κατοικιών. Παράλληλα, ο περιορισμός των βραχυχρόνιων μισθώσεων αναμένεται να απελευθερώσει σημαντικό αριθμό διαμερισμάτων, κυρίως στα κέντρα των πόλεων όπου η στεγαστική πίεση είναι μεγαλύτερη.

Ωστόσο, για να αποδώσουν πραγματικά, τα μέτρα αυτά χρειάζονται συμπληρωματικές δράσεις. Απαιτείται επιτάχυνση των πολεοδομικών διαδικασιών και των αδειοδοτήσεων, ώστε να διευκολυνθεί η ανέγερση νέων κατοικιών, καθώς και ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας μέσω συνεργασιών του Δημοσίου με δήμους και ιδιώτες. Χρειάζεται επίσης σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο ρύθμισης των αυξήσεων στα ενοίκια, συνδεδεμένο με τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη, ώστε να αποτραπούν υπερβολικές ανατιμήσεις. Η καθιέρωση ηλεκτρονικών πληρωμών για όλα τα ενοίκια θα ενισχύσει τη διαφάνεια και θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή, ενώ ένα πρόγραμμα επιδότησης ανακαίνισης με αντάλλαγμα τη διάθεση του ακινήτου σε χαμηλό ενοίκιο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα. Παράλληλα, η γεωγραφική στόχευση κινήτρων για την περιφέρεια θα αποσυμφορήσει τις μεγάλες πόλεις και θα ενισχύσει την ισόρροπη ανάπτυξη.

Συμπερασματικά, τα μέτρα συνιστούν ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της σταθεροποίησης της στεγαστικής αγοράς και της κοινωνικής συνοχής. Αν συνδυαστούν με μια συνεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα ενσωματώνει φορολογικά, πολεοδομικά και κοινωνικά εργαλεία, μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματική μείωση των ενοικίων και σε αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών.

Η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος απαιτεί συνέχεια, ευελιξία και πολιτική βούληση, ώστε η στέγη να πάψει να αποτελεί προνόμιο και να γίνει ξανά δικαίωμα για όλους.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top