Παρά τις εξελίξεις στον πόλεμο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής – ειδικότερα τη συμφωνία στη Γάζα που φαίνεται να πυροδότησε νέα δυναμική διπλωματικής επαφής – η πρόσφατη επικοινωνία του Τραμπ με τον Πούτιν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς γίνονται πλέον σαφή σημάδια πως η Ουάσιγκτον πιέζει για λύση και ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σημαντικής στρατιωτικής ενίσχυσης της Ουκρανίας εάν η Μόσχα δεν αλλάξει γραμμή.
Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας των δύο ηγετών, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί σύντομα και προγραμματισμένη συνάντηση, με επίκεντρο τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Τραμπ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο η Ουάσιγκτον να προμηθεύσει την Ουκρανία με βαλλιστικού ή/και κρουστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, όπως οι Tomahawk cruise missile, αν η Ρωσία δεν δεχθεί να προχωρήσει σε εκεχειρία ή συμβιβασμό. Από τη ρωσική πλευρά, ο Πούτιν έσπευσε να προειδοποιήσει ότι η προμήθεια Tomahawk στην Ουκρανία θα καταστρέψει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας και θα σηματοδοτήσει μια «ποιοτικά νέα φάση» στον πόλεμο.
Η πιθανότητα αποστολής Tomahawk στην Ουκρανία, ακόμη και ως μοχλός πίεσης προς τη Μόσχα, λειτουργεί πλέον ως μία σοβαρή διαπραγματευτική κάρτα από την πλευρά των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα όμως εγείρει έντονους κινδύνους στρατιωτικής κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης της διπλωματικής προσπάθειας. Η απόφαση του Τραμπ να θέσει ως όρο ή έστω ως ενδεχόμενο αυτό το βήμα δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι πρόθυμη πλέον να παραμείνει απλός θεατής της σύγκρουσης· αντιθέτως, επιχειρεί να ανακατατάξει το παιχνίδι.
Από την πλευρά της Ρωσίας, παρά τη σχετική διπλωματική δραστηριότητα, τα χτυπήματα με drones και άλλες μορφές αεροπορικής/πυραυλικής επίθεσης στην Ουκρανία συνεχίζονται με εντατικό ρυθμό.
Η Μόσχα επιδιώκει να διατηρήσει στρατιωτικό πλεονέκτημα για να έχει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να μπλοκάρει ή έστω να καθυστερήσει την ενίσχυση της Ουκρανίας με υπεροπλικά όπλα.
Η πολιτική του Πούτιν προφανώς είναι να εξαναγκάσει την Ουκρανία και τους υποστηρικτές της σε συμβιβασμό κάτω από τις δικές του προϋποθέσεις· καθώς οι διαπραγματεύσεις αν προχωρήσουν, πιθανόν να απαιτήσουν από την Ουκρανία να αποδεχθεί έστω μερική παραχώρηση εδαφικής κυριαρχίας ή να δεχθεί περιορισμούς στην ένταξή της σε διεθνείς συμμαχίες.
Η θέση της Ουκρανίας μέχρι σήμερα παραμένει σταθερή, αλλά συγκεχυμένη. Η ηγεσία του Ζελένσκι συναισθανόμενη ότι η χώρα του πολεμά για την ύπαρξη και την κυριαρχία της, δηλώνει πως δεν πρόκειται να αποδεχθεί ειρήνη χωρίς σαφείς και ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας.
Ταυτόχρονα όμως, ζητά και μεγαλύτερη στρατιωτική υποστήριξη από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της ακριβώς για να μπορέσει να διαπραγματευθεί από ισχυρότερη θέση. Το γεγονός ότι η Ουκρανία προτείνει αντάλλαγμα όπως η παραγωγή drones ή άλλων όπλων σε συνεργασία με τις ΗΠΑ στην προσπάθεια εξασφάλισης της προμήθειας Tomahawk δείχνει ότι δεν αποκλείει συμβιβαστικά σενάρια, αλλά αυτά θα πρέπει να συνδυάζονται με ισχυρή αποτροπή.
Στην πράξη τα επόμενα βήματα είναι: η διεξαγωγή της συνάντησης του Τραμπ με τον Πούτιν και η διαμόρφωση συγκεκριμένου πλαισίου για τις συζητήσεις. Στη συνέχεια, η Ουκρανία θα πρέπει να διαπραγματευθεί όχι μόνο τους όρους της ειρήνης αλλά και τις εγγυήσεις ασφαλείας που θα αποτρέψουν μελλοντική ρωσική επιθετικότητα· παράλληλα οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν αν θα εφοδιάσουν την Ουκρανία με Tomahawk ή σύστημα αντίστοιχου βεληνεκούς, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς τη Ρωσία, αλλά και να αυξήσει τον κίνδυνο. Αν η Ρωσία αρνηθεί, τότε η Ουάσιγκτον πιθανόν θα προχωρήσει στην ενίσχυση, κάτι που μπορεί να προκαλέσει είτε τελική ρωσική υποχώρηση είτε απότομη κλιμάκωση.
Συμπερασματικά, αν και η σύγκρουση στην Ουκρανία εξακολουθεί να εξελίσσεται με επώδυνο τρόπο και όχι υπό ευνοϊκούς όρους προς την ειρήνη, η πρόσφατη επικοινωνία Τραμπ–Πούτιν και η προοπτική στρατιωτικών κινήτρων δημιουργούν ίσως τη μοναδική ευκαιρία που έχει προκύψει εδώ και καιρό για να ανοίξει ένας πραγματικός διάλογος.
Η ειρήνη δεν θα έρθει αυτόματα ούτε χωρίς κόστος, αλλά με γεωπολιτικό έξυπνο συνδυασμό διπλωματίας και στρατιωτικής αποτροπής ενδεχομένως να μπορεί να επιτευχθεί σε κάποιο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, αρκεί όλες οι πλευρές να αναγνωρίσουν ότι το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης έχει γίνει πλέον δυσβάσταχτο τόσο ανθρωπιστικά, όσο και διπλωματικά και στρατιωτικά.
