Η ευλογιά των προβάτων, που πλήττει την ελληνική κτηνοτροφία τους τελευταίους μήνες, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα. Η ασθένεια, που μεταδίδεται ταχύτατα μεταξύ των αιγοπροβάτων, έχει οδηγήσει σε μαζικές θανατώσεις ζώων σε αρκετές περιοχές της χώρας, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στους παραγωγούς και γενικευμένο προβληματισμό για την επάρκεια τόσο του κρέατος όσο και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η ανησυχία είναι εύλογη, καθώς η Ελλάδα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην εγχώρια παραγωγή πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος, απαραίτητου για τη βιομηχανία φέτας και άλλων παραδοσιακών προϊόντων που αποτελούν εξαγωγικά στηρίγματα της οικονομίας.
Πιο συγκεκριμένα, η εξάπλωση της ασθένειας, πέρα από τις προφανείς οικονομικές απώλειες των κτηνοτρόφων, επιφέρει και δευτερογενείς συνέπειες στην ευρύτερη αγορά. Με τη μείωση της εγχώριας παραγωγής κρέατος και γάλακτος, η χώρα αναγκάζεται να αυξήσει τις εισαγωγές για να καλύψει τη ζήτηση. Αυτό σημαίνει υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου και μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, ειδικά σε περίοδο που ο πληθωρισμός παραμένει πιεστικός. Οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος εκτροφής, περιορισμένα εισοδήματα και αβεβαιότητα για το μέλλον των μονάδων τους.
Επίσης, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, δεν υπάρχει προς το παρόν αδειοδοτημένο εμβόλιο κατά της ευλογιάς των αιγοπροβάτων ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απουσία εγκεκριμένου εμβολίου δυσχεραίνει την πρόληψη και τον έλεγχο της νόσου, περιορίζοντας τις αρχές μόνο σε μέτρα καραντίνας, θανάτωσης και αυστηρής επιτήρησης. Αυτή η τακτική, αν και επιβεβλημένη για τη δημόσια υγεία και τον περιορισμό της διασποράς, επιτείνει τις οικονομικές απώλειες και δεν μπορεί να θεωρηθεί μακροπρόθεσμη λύση.
Γενικά, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συντονισμένες ενέργειες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Χρειάζεται άμεση ενίσχυση των ελέγχων στις περιοχές υψηλού κινδύνου, αποζημίωση των παραγωγών που πλήττονται, αλλά και επενδύσεις στην έρευνα για την ανάπτυξη ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου. Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει τη βιωσιμότητα του κτηνοτροφικού τομέα με μέτρα ρευστότητας, μείωση φορολογικών βαρών και προγράμματα ανασυγκρότησης των μονάδων που καταστράφηκαν.
Εκτός αυτού, η Ε.Ε., από την πλευρά της, πρέπει να κινητοποιηθεί ώστε να εγκρίνει ταχύτερα ερευνητικά προγράμματα και να επιτρέψει την έκτακτη χρήση εμβολίων, όπως έχει συμβεί σε άλλες ζωονόσους.
Εν κατακλείδι, η ευλογιά των προβάτων δεν αποτελεί μόνο υγειονομική κρίση αλλά και οικονομική απειλή με πολλαπλές συνέπειες για την ελληνική αγροτική παραγωγή και την επισιτιστική ασφάλεια. Η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί σε προσωρινά μέτρα, αλλά απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, διακρατική συνεργασία και ουσιαστική στήριξη των κτηνοτρόφων.
Με βάση τα παραπάνω, μόνο μέσα από την ενίσχυση της έρευνας, την επιτάχυνση των εγκρίσεων και τη συστηματική προστασία του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να διασφαλιστεί η σταθερότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας και η διατήρηση της αυτάρκειας της χώρας σε βασικά προϊόντα διατροφής.
