Πίσω από τη θετική εικόνα της μείωσης της ανεργίας που παρουσιάζουν οι πρόσφατες εκθέσεις της ΕΛΣΤΑΤ, κρύβεται μια πιο σύνθετη και ανησυχητική πραγματικότητα για την ελληνική αγορά εργασίας. Παρά τη στατιστική βελτίωση, η συμμετοχή του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, μόλις στο 53%, ενώ η ανεργία των νέων επιμένει στο 22,4%, δηλαδή σχεδόν οκτώ μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνουν μια αγορά που λειτουργεί μερικώς, αφήνοντας εκτός παραγωγικής διαδικασίας σημαντικό τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών.

Πιο συγκεκριμένα, η μείωση της ανεργίας φαίνεται περισσότερο αριθμητική παρά ουσιαστική. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, το 56% των νέων προσλήψεων το 2024 έγινε με ευέλικτες μορφές εργασίας, ενώ το 23% των εργαζομένων δηλώνει ότι δεν έχει σταθερό ωράριο.

Παράλληλα, πάνω από το ένα τρίτο των νέων θέσεων αφορά μερική ή προσωρινή απασχόληση, κυρίως σε τομείς όπως ο τουρισμός, το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες. Η αυξανόμενη «ευελιξία» συνοδεύεται από ανασφάλεια, περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης και χαμηλότερες αμοιβές, καθιστώντας δύσκολη την οικονομική ανεξαρτησία και τον προγραμματισμό ζωής για μεγάλο μέρος των εργαζομένων.

Για να αμβλυνθεί αυτή η κατάσταση, απαιτούνται συντονισμένες πολιτικές που θα ενισχύσουν τη σταθερή και πλήρη απασχόληση. Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων μέσω στοχευμένων προγραμμάτων κατάρτισης, η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της τεχνολογίας και της καινοτομίας, καθώς και η παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις για τη μετατροπή θέσεων μερικής σε πλήρους απασχόλησης μπορούν να δημιουργήσουν πιο βιώσιμες θέσεις εργασίας. Επίσης, απαιτείται η ενίσχυση των πολιτικών συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών και των νέων γονέων στο εργατικό δυναμικό.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί για να μιλήσουμε για μια πραγματικά υγιή αγορά εργασίας. Χρειάζεται ποιοτική βελτίωση των θέσεων, με έμφαση στη σταθερότητα, στην αξιοπρεπή αμοιβή και στις ευκαιρίες εξέλιξης. Μόνο μέσα από μια τέτοια στρατηγική θα μπορέσει η ελληνική οικονομία να αξιοποιήσει πλήρως το ανθρώπινο κεφάλαιό της και να διασφαλίσει ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή και προοπτική, με ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας, ιδίως σε τομείς και τεχνολογίες αιχμής και προστιθέμενης αξίας, με στόχο την αύξηση τόσο του ΑΕΠ όσο και του βιοτικού επιπέδου στη χώρα.

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top