Η Ευρώπη διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα ιδιωτικού πλούτου, αλλά εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί σαν να ήταν οικονομία μικρής κλίμακας. Περίπου 10 τρισ. ευρώ αποταμιεύσεων των ευρωπαϊκών νοικοκυριών παραμένουν σε τραπεζικές καταθέσεις, ενώ οι επιχειρήσεις αναζητούν κεφάλαια για τεχνολογία, άμυνα και πράσινες υποδομές. Η συμφωνία των υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 9 Οκτωβρίου επιχειρεί να συνδέσει αυτές τις δύο πραγματικότητες, χωρίς όμως να καταργεί όλα τα εθνικά σύνορα της αγοράς.
Το ECOFIN συμφώνησε τη διαπραγματευτική θέση του για το πακέτο ενοποίησης αγορών και εποπτείας, βασικό τμήμα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Το σχέδιο μεταφέρει στην ευρωπαϊκή αρχή ESMA την άμεση εποπτεία ορισμένων μεγάλων χρηματιστηριακών υποδομών και επιχειρεί να μειώσει διαφορετικούς κανόνες, διπλές υποχρεώσεις και κόστη συμμόρφωσης. Δεν είναι ακόμη τελικός νόμος. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου το εύρος της κεντρικής εποπτείας μπορεί να αλλάξει.
Το οικονομικό επιχείρημα είναι ισχυρό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι περίπου το 70% των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών, αξίας 10 τρισ. ευρώ, βρίσκεται σε καταθέσεις. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σημειώνει ότι τα νοικοκυριά της ευρωζώνης διατηρούν περίπου το ένα τρίτο των χρηματοοικονομικών τους στοιχείων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, έναντι 11% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφορά δεν είναι απλώς επενδυτική συνήθεια. Περιορίζει τη διαθέσιμη χρηματοδότηση μετοχικού κεφαλαίου για νέες και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις.
Η συμφωνία, ωστόσο, είναι πιο περιορισμένη από την αρχική πρόταση της Επιτροπής. Σύμφωνα με το Reuters και τους Financial Times, η αντίσταση κρατών, με κεντρικό ρόλο της Γερμανίας, οδήγησε σε κριτήρια και εξαιρέσεις που αφήνουν σημαντικές πλατφόρμες υπό εθνική εποπτεία. Η ESMA αναμένεται να ελέγχει άμεσα οκτώ μεγάλους τόπους διαπραγμάτευσης, ενώ μόλις έως 15 από περίπου 360 παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα υπαχθούν στο νέο καθεστώς. Άρα επιβεβαιώθηκε η κατεύθυνση της ενοποίησης, όχι η πλήρης εφαρμογή της.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι πρακτικό. Μια βαθύτερη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά μπορεί να προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις περισσότερους επενδυτές, μεγαλύτερες εκδόσεις και χαμηλότερο κόστος άντλησης κεφαλαίων. Μπορεί επίσης να δώσει στους αποταμιευτές ευρύτερες επιλογές πέρα από καταθέσεις και ακίνητα. Αυτά, όμως, είναι δυνητικά οφέλη και όχι εγγυήσεις. Η πρόσβαση απαιτεί διαφάνεια, επενδυτική παιδεία, χαμηλές προμήθειες και αξιόπιστη προστασία του μικρού επενδυτή.
Υπάρχει ακόμη μια λεπτή πολιτική ισορροπία. Η υπερβολική εθνική εξαίρεση συντηρεί τον κατακερματισμό που η μεταρρύθμιση θέλει να θεραπεύσει. Η υπερβολικά συγκεντρωτική εποπτεία, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αγνοήσει μικρότερες αγορές και να αυξήσει το διοικητικό βάρος. Το κρίσιμο τεστ θα είναι αν μια επιχείρηση από την Αθήνα θα μπορεί πράγματι να αντλεί κεφάλαια στο Παρίσι ή στη Φρανκφούρτη με λιγότερα εμπόδια, χωρίς να υποχωρεί η ποιότητα του ελέγχου.
Το συμπέρασμα είναι ότι το ECOFIN άνοιξε έναν αναγκαίο δρόμο, αλλά άφησε αρκετά διόδια. Η Ευρώπη δεν υποφέρει από έλλειψη αποταμιεύσεων. Υποφέρει από αδυναμία να τις μετατρέψει σε παραγωγικό, διασυνοριακό και υπομονετικό κεφάλαιο. Αν το τελικό κείμενο διατηρήσει τις περισσότερες εξαιρέσεις, τα 10 τρισ. ευρώ θα παραμείνουν εντυπωσιακός αριθμός σε καταθέσεις. Αν μειώσει ουσιαστικά τον κατακερματισμό και κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, μπορούν να γίνουν πραγματική αναπτυξιακή υποδομή.
