Ο επόμενος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός αρχίζει να αποκτά πραγματικές διαστάσεις και μαζί του εμφανίζεται το βασικό πολιτικό δίλημμα της Ένωσης. Πόσα χρήματα μπορεί να αφιερώσει η Ευρώπη στην άμυνα, την τεχνολογία και την ανταγωνιστικότητα χωρίς να αποδυναμώσει τη γεωργία και τη συνοχή; Η συμβιβαστική πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας του Συμβουλίου μειώνει κατά 141 δισ. ευρώ το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής και μετατρέπει αυτό το ερώτημα σε σύγκρουση συμφερόντων.
Η πρόταση, που δημοσιοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου, περιορίζει το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028 έως 2034 περίπου στα 1,6 τρισ. ευρώ σε σταθερές τιμές του 2025. Πρόκειται για περικοπή 8% σε σχέση με την αρχική πρόταση, αλλά το ποσό παραμένει περίπου 30% υψηλότερο από τον τρέχοντα επταετή προϋπολογισμό. Δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία. Απαιτείται ομοφωνία των 27 κρατών και έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ οι ηγέτες θα συζητήσουν το σχέδιο στις 15 και 16 Οκτωβρίου.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία δείχνουν σαφή ιεράρχηση. Οι πόροι για γεωργία και περιφερειακή ανάπτυξη μειώνονται περίπου κατά 3%, ενώ τα κονδύλια ανταγωνιστικότητας και ασφάλειας περιορίζονται κατά 13% και η εξωτερική πολιτική και αναπτυξιακή βοήθεια ακόμη περισσότερο. Το σχέδιο προβλέπει επίσης περίπου 55 δισ. ευρώ ετησίως από νέες πηγές, όπως τελωνειακά έσοδα, δικαιώματα εκπομπών και εταιρικές εισφορές. Χωρίς συμφωνία γι’ αυτά τα έσοδα, το χρηματοδοτικό κενό θα επιστρέψει στις εθνικές συνεισφορές.
Για την Ελλάδα, η σχετική προστασία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των πόρων συνοχής μοιάζει αρχικά θετική. Οι συγκεκριμένες ροές στηρίζουν αγροτικό εισόδημα, υποδομές, περιφέρειες και δημόσιες επενδύσεις. Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία πλευρά. Η Ελλάδα χρειάζεται ταυτόχρονα ευρωπαϊκά κεφάλαια για ψηφιοποίηση, βιομηχανική αναβάθμιση, έρευνα, άμυνα και ενεργειακή ασφάλεια. Επομένως, μια περικοπή στα ταμεία ανταγωνιστικότητας μπορεί να προστατεύει το παρόν, αλλά να περιορίζει τις δυνατότητες της επόμενης δεκαετίας.
Η πολιτική σύγκρουση αποτυπώνει δύο αντίθετες πιέσεις. Η Γερμανία, η Σουηδία και άλλοι καθαροί συνεισφορείς θεωρούν ότι ακόμη και ο μειωμένος προϋπολογισμός παραμένει υπερβολικά ακριβός. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και χώρες που βασίζονται περισσότερο σε κοινοτικούς πόρους φοβούνται ότι οι περικοπές δεν συμβαδίζουν με τις νέες φιλοδοξίες της Ένωσης. Δεν μπορεί, άλλωστε, η Ευρώπη να υπόσχεται στρατηγική αυτονομία, κοινή άμυνα και τεχνολογική κυριαρχία με έναν προϋπολογισμό που χρηματοδοτεί κυρίως τις παλιές της προτεραιότητες.
Η ελληνική διαπραγμάτευση χρειάζεται συνεπώς μεγαλύτερη ακρίβεια από ένα γενικό αίτημα για περισσότερα χρήματα. Πρέπει να προστατεύσει τις αγροτικές και περιφερειακές ροές, αλλά ταυτόχρονα να εξασφαλίσει πρόσβαση σε ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά εργαλεία. Κρίσιμη είναι και η αρχιτεκτονική των νέων εθνικών και περιφερειακών σχεδίων, ώστε η συγκέντρωση πόρων σε κεντρικό επίπεδο να μη μειώσει τον ρόλο των περιφερειών ή να συνδέσει υπερβολικά τις πληρωμές με σύνθετες προϋποθέσεις.
Το συμπέρασμα είναι ότι η περικοπή των 141 δισ. ευρώ δεν αποτελεί λογιστική διόρθωση, αλλά επιλογή για το είδος της Ευρώπης μετά το 2027. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρηθούν η συνοχή και η αγροτική πολιτική, όχι όμως με τίμημα την υποχρηματοδότηση της παραγωγικής μετάβασης. Ο σωστός συμβιβασμός δεν είναι να μοιραστεί μια μικρότερη πίτα με τους παλιούς κανόνες. Είναι να συνδεθούν οι παραδοσιακοί πόροι με επενδύσεις που αυξάνουν μόνιμα την ανθεκτικότητα και την παραγωγικότητα της χώρας.
