ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
2 Οκτωβρίου 2026 | 522 λέξεις
Η νέα έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής αλλάζει το ουσιαστικό ερώτημα της οικονομικής πολιτικής. Δεν αρκεί να συζητούμε πόσα ξοδεύει το κράτος. Πρέπει να εξετάζουμε πού κατευθύνεται κάθε ευρώ. Η μελέτη που συνοδεύει την έκθεση υπολογίζει ότι ένα ευρώ δημόσιας επένδυσης συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο χρόνια και με 2,25 ευρώ σε τρία. Για τη δημόσια κατανάλωση, οι αντίστοιχες επιδράσεις περιορίζονται σε 1,14 και 1,06 ευρώ.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία προέρχονται από τριμηνιαία δεδομένα της περιόδου 1999 έως 2025. Στον πρώτο χρόνο, επενδύσεις και κατανάλωση εμφανίζουν παρόμοιο σωρευτικό πολλαπλασιαστή, κοντά στη μονάδα. Στη συνέχεια, όμως, οι δρόμοι χωρίζουν. Η δημόσια επένδυση ενισχύει και την ιδιωτική επιχειρηματική επένδυση, με καθυστέρηση και επίδραση που φθάνει περίπου τις δύο ποσοστιαίες μονάδες. Το ίδιο το Γραφείο υπογραμμίζει ότι η αβεβαιότητα αυξάνεται όσο απομακρύνεται ο χρονικός ορίζοντας και ότι η απόδοση κάθε έργου εξαρτάται από την ποιότητα, την έγκαιρη εκτέλεση και το δημοσιονομικό κόστος.
Η συγκυρία κάνει τη διάκριση κρίσιμη. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη. Οι πάγιες επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 6,1% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%. Η οικονομία, επομένως, διατηρεί ταχύτητα, αλλά μέρος της νέας ζήτησης εξακολουθεί να διαρρέει στο εξωτερικό. Το Γραφείο διατηρεί πρόβλεψη ανάπτυξης 1,9% για το 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει επιβράδυνση μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η πρόοδος είναι μετρήσιμη, όχι όμως ολοκληρωμένη. Το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ ανέβηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Παρά την άνοδο, παραμένει κατά 4,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία ωριμότητας: αν η χρηματοδότηση του Ταμείου δημιούργησε παραγωγική ικανότητα που θα συνεχίσει να λειτουργεί όταν οι ευρωπαϊκές εκταμιεύσεις μειωθούν.
Η ανάλυση αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν οι αριθμοί. Οι πολλαπλασιαστές δεν αποδεικνύουν ότι κάθε δρόμος, κτίριο ή ψηφιακό σύστημα αποδίδει αυτόματα 2,25 φορές το κόστος του. Δείχνουν, όμως, ότι η σύνθεση του προϋπολογισμού έχει μακροχρόνια συνέπεια. Οι οριζόντιες ενισχύσεις μπορούν να προστατεύσουν εισοδήματα σε μια κρίση, ενώ η υγεία και η παιδεία ενισχύουν το ανθρώπινο κεφάλαιο. Αν όμως οι προσωρινές παρεμβάσεις μετατρέπονται σε μόνιμη τρέχουσα δαπάνη, περιορίζεται ο χώρος για έργα που αυξάνουν την παραγωγική βάση.
Η προτεραιότητα, συνεπώς, δεν είναι απλώς περισσότερες επενδύσεις, αλλά καλύτερες επενδύσεις. Δίκτυα ενέργειας και μεταφορών, ψηφιακές υποδομές, ταχύτερη δικαιοσύνη, έρευνα και δεξιότητες έχουν αξία όταν μειώνουν το κόστος των επιχειρήσεων, υποκαθιστούν εισαγωγές ή δημιουργούν εξαγώγιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Για να ξεχωρίζουν τα παραγωγικά έργα από τις ακριβές βιτρίνες, απαιτούνται δημόσια κριτήρια επιλογής, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και αξιολόγηση του αποτελέσματος μετά την ολοκλήρωση.
Το συμπέρασμα είναι ότι η επόμενη φάση της ελληνικής ανάπτυξης θα κριθεί λιγότερο από το ύψος των διαθέσιμων κονδυλίων και περισσότερο από την κληρονομιά τους. Το τελευταίο ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης πρέπει να αφήσει πίσω του υποδομή, τεχνογνωσία και ιδιωτικό κεφάλαιο, όχι μόνο πρόσκαιρη ζήτηση. Αν το δημόσιο ευρώ κατευθύνεται σε έργα που πολλαπλασιάζουν την παραγωγή, η οικονομία μπορεί να διατηρήσει την ταχύτητά της και μετά το τέλος των επιδοτήσεων. Διαφορετικά, η σημερινή ανάπτυξη θα αποδειχθεί ακριβή παρένθεση.
