Η Ελλάδα απέκτησε έναν νέο χάρτη για την οικονομία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, όχι ακόμη τα κεφάλαια που θα τον υλοποιήσουν. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε στις 13 Σεπτεμβρίου ότι το σχέδιο Invest Ahead έχει εντοπίσει περίπου 30 συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες. Η δυνητική κινητοποίηση κεφαλαίων υπολογίζεται έως 20 δισ. ευρώ σε δέκα χρόνια και το πρόσθετο εισόδημα σε 20 έως 25 δισ. ευρώ. Πρόκειται για κυβερνητική εκτίμηση, όχι για εξασφαλισμένη χρηματοδότηση ή υπογεγραμμένες συμβάσεις.
Η επίσημη εικόνα δίνει περισσότερο περιεχόμενο στην εξαγγελία. Το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο ανέφερε στις 7 Σεπτεμβρίου ότι, με τη βοήθεια εξειδικευμένου συμβούλου, αναλύθηκαν 100 τομείς της οικονομίας ώστε να προκύψουν 30 κοστολογημένες προτάσεις. Τα πρώτα παραδείγματα εκτείνονται από την αφαλάτωση στα νησιά και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων έως τα ναυπηγεία για σκάφη πολυτελείας. Στόχος είναι το Ταμείο να μετακινηθεί από τη διαχείριση δημόσιας περιουσίας στον ρόλο ενεργού επενδυτή που συνδέει κεφάλαια με ώριμα έργα.
Η ανάγκη είναι μετρήσιμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο υπουργός, οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε προβλεπόμενο 17,7% το 2026, αλλά παραμένουν χαμηλότερα από το περίπου 22% της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου 11,047 δισ. ευρώ στο δεύτερο τρίμηνο, αυξημένο κατά 6,1% σε πραγματικούς όρους σε ετήσια βάση. Η πρόοδος είναι πραγματική, όπως πραγματική παραμένει και η απόσταση.
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο μέτρο σύγκρισης. Τα 20 δισ. σε μία δεκαετία αντιστοιχούν κατά μέσο όρο σε 2 δισ. ευρώ τον χρόνο. Αντίθετα, απόσταση 4,3 ποσοστιαίων μονάδων από τις συγκρίσιμες οικονομίες ισοδυναμεί κάθε χρόνο με πολλαπλάσιο ποσό, ανάλογα με το ονομαστικό ΑΕΠ. Η σύγκριση δεν ακυρώνει το σχέδιο, αλλά δείχνει ότι ο νέος χάρτης μπορεί να καλύψει μόνο μέρος του κενού. Για να αλλάξει το παραγωγικό υπόδειγμα, πρέπει επιπλέον να παρασύρει ιδιωτικά κεφάλαια πολύ μεγαλύτερης κλίμακας.
Το χρονικό σημείο είναι επίσης καθοριστικό. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά 5,8% το 2026, με στήριξη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όμως, αναμένει επιβράδυνση της ανάπτυξης από 1,8% το 2026 σε 1,6% το 2027, καθώς θα μειώνεται η επενδυτική ώθηση μετά την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού μηχανισμού. Το Invest Ahead καλείται συνεπώς να λειτουργήσει ως γέφυρα ακριβώς όταν ο ισχυρότερος δημόσιος χρηματοδοτικός κινητήρας θα σβήνει.
Η επιτυχία του θα κριθεί λιγότερο από τον αριθμό των ευκαιριών και περισσότερο από την ποιότητά τους. Χρειάζονται σαφείς αποδόσεις, αδειοδοτική ωριμότητα, καθορισμένη συμμετοχή του Δημοσίου και ιδιωτών, καθώς και κριτήρια για εξαγωγές, παραγωγικότητα και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Διαφορετικά, ο κατάλογος κινδυνεύει να γίνει ακόμη μία συλλογή καλών προθέσεων ή να κατευθύνει πόρους σε έργα που αυξάνουν τις εισαγωγές χωρίς να διευρύνουν την παραγωγική βάση.
Το συμπέρασμα είναι ότι η ανακοίνωση έχει αξία επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από τις γενικές προτεραιότητες σε συγκεκριμένα έργα. Δεν αποτελεί όμως ακόμη επενδυτικό πρόγραμμα. Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν δημοσιευθούν οι προτάσεις, οι ανάγκες κεφαλαίου και τα χρονοδιαγράμματα, και όταν φανεί πόσα ιδιωτικά ευρώ κινητοποιεί κάθε δημόσιο ευρώ. Αν ο χάρτης δημιουργήσει ώριμα έργα και μεγαλύτερες εξαγωγικές επιχειρήσεις, μπορεί να αποτελέσει τη γέφυρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Αν μείνει στον τίτλο των 20 δισ., το επενδυτικό κενό θα συνεχίσει να είναι μεγαλύτερο από την υπόσχεση.
